Το βαρύ κόστος του brain drain

© AFP 2022 / Louisa GouliamakiΆδειες αποθήκες στη Βοιωτία
Άδειες αποθήκες στη Βοιωτία - Sputnik Ελλάδα
Από τους τουλάχιστον 190.000 Έλληνες πτυχιούχους που ζουν στο εξωτερικό, οι 140.000 έφυγαν μετά το 2010.

Η Ραχωβίτσα βραβεύτηκε φέτος ως η καλύτερη λέκτορας της χρονιάς στο Πανεπιστήμιο Χρόνινχεν της Ολλανδίας. Μάλιστα ήταν η πρώτη μη Ολλανδή και η πρώτη γυναίκα λέκτορας με αυτή τη διάκριση στα χρονικά του τμήματος Νομικής αυτού του Πανεπιστημίου.

Στην Γλασκόβη, τώρα, ο Δημήτρης Σκλεπάρης είναι διδάκτωρ και ερευνητής ενώ διδάσκει διεθνείς σχέσεις στο Τμήμα Κοινωνικών και Πολιτικών Επιστημών στο Πανεπιστήμιο της πόλης.

Στην αντίπερα όχθη του Ατλαντικού, ο Δημήτρης Παναγόπουλος είναι μεταδιδακτορικός ερευνητής στη Βόρεια Καρολίνα, στην Υπηρεσία Προστασίας Περιβάλλοντος της Αμερικής.

Η Μαντώ και ο κάθε Δημήτρης που διαπρέπουν στο εξωτερικό με τις επιστημονικές τους δεξιότητες είναι μερικοί από το 42% των κατόχων διδακτορικών, που από το 2013 και μετά βρίσκονται εκτός Ελλάδας, αλλά και από τις 20.000 επιστήμονες που μετανάστευσαν από την Ελλάδα στο εξωτερικό την περίοδο 2009- 2014.

Πενταπλάσιος αριθμός σε σχέση με το χρονικό διάστημα 2000 με 2005, όταν έφυγαν περίπου 2.500 νέα μυαλά.

Τα στοιχεία μιλούν από μόνα τους: Από τους τουλάχιστον 190.000 Έλληνες πτυχιούχους που ζουν στο εξωτερικό, οι 140.000 έφυγαν μετά το 2010. Συγκεκριμένα, το 75% είναι πτυχιούχοι τριτοβάθμιας εκπαίδευσης εκ των οποίων το ένα τρίτο αφορά είτε άτομα με μεταπτυχιακές σπουδές είτε απόφοιτους ιατρικών σχολών και του Πολυτεχνείου.

Επίσης τρεις στους τέσσερις απ' όσους έφυγαν κατά την περίοδο 2010-2013 από την Ελλάδα, το 75% εξ αυτών ενός συνόλου 224.000 ατόμων, ήταν τουλάχιστον πτυχιούχοι τριτοβάθμιας εκπαίδευσης.

Το οικονομικό κόστος του Brain Drain, της διαρροής του επιστημονικού δυναμικού είναι σαφές. Πάνω από 15 δισ. ευρώ κόστισε η φυγή των επιστημόνων την περίοδο 2008-2016 και τα χρήματα που επενδύθηκαν σε αυτούς από μας, «χαρίστηκαν» σε άλλες χώρες.

Τόσα ξόδεψαν συνολικά το κράτος και οι ελληνικές οικογένειες για να προσφέρουν —μέσω των σπουδών- ένα καλύτερο μέλλον στη νέα γενιά, σύμφωνα με μελέτη που δημοσίευση η «Καθημερινή».

Υπάρχει όμως και το μακροπρόθεσμο κόστος, το οποίο έχει επισημάνει από το 2011 ο καθηγητής του Πανεπιστημίου Μακεδονίας, και σημερινός Γενικός Γραμματέας Στρατηγικών και ιδιωτικών Επενδύσεων, Λόης Λαμπριανίδης. Η ελληνική κοινωνία δεν έχει ακόμα συνειδητοποιήσει τον τεράστιο προωθητικό ρόλο της ύπαρξης ανθρώπινου δυναμικού υψηλού επιπέδου, καθώς και τη σημασία της βασικής αλλά και της εφαρμοσμένης έρευνας.

Αυτό κάνει την Ελλάδα να εξελίσσεται βαθμιαία σε χώρα εξαγωγής πτυχιούχων, χάνοντας αυτούς ακριβώς που χρειάζεται για την ανάκαμψη κι εντέλει την ανάπτυξή της.

Πάντως το ότι σήμερα στα 48 καλύτερα Πανεπιστήμια της Αμερικής, η δεύτερη εθνική ομάδα που διδάσκει αποτελείται από Έλληνες που έλαβαν το πτυχίο τους στην Ελλάδα, δείχνει-αν μη τι άλλο- ότι η ποιότητα της παρεχόμενης ακαδημαϊκής εκπαίδευσης στην Ελλάδα δεν χαμηλή. Το αντίθετο.

Αιτία για τη φυγή των νέων επιστημόνων είναι η ανεργία. Και αυτή η αιτία που προκαλεί το Brain Drain έχει αναλυθεί πολλάκις, και έχει γίνει και αντικείμενο επιστημονικών εργασιών. Το ζήτημα είναι ποιες ενέργειες γίνονται για να επιστρέψουν οι επιστήμονες, πολλοί από τους οποίους θα το ήθελαν και μάλιστα όχι με κάποιο κίνητρο υπέρ το δέον μόνο μία προϋπόθεση: ένα μισθό για μια δουλειά σχετική με το επιστημονικό τους αντικείμενο.

Το brain gain, το αντίδοτο δηλαδή στη διαρροή επιστημόνων που προωθεί η κυβέρνηση και παρουσίασε στις 31 Ιανουαρίου στο Ευρωκοινοβούλιο είναι η πρωτοβουλία «Επιλέγουμε Ελλάδα χτίζοντας Γέφυρες Γνώσης και Συνεργασίας».

Βασικός στόχος της εκστρατείας για τον επαναπατρισμό, η συμβολή όλων των Ελλήνων επιστημόνων, συμπεριλαμβανομένων αυτών που ζουν και εργάζονται στο εξωτερικό, στην εθνική προσπάθεια για την ανάπτυξη της χώρας στην κατεύθυνση της «κοινωνίας της γνώσης». Κάλλιο αργά, παρά ποτέ θα έλεγε κανείς, αν και τα βασικά σημεία της πρωτοβουλίας είναι η καταγραφή των επιστημόνων που ζουν στο εξωτερικό και η ενημέρωσή τους για πρόσβαση σε πόρους, καθώς και η ευκαιρία ένταξής τους σε διαδικτυακές υπηρεσίες και επιχειρηματικά δίκτυα.

Πρόκειται για μια πρωτοβουλία, προφανώς σύγχρονη, αλλά πολύ μικρή σε σχέση με το μέγεθος του προβλήματος. Όταν η Ελλάδα δαπανά για την ακαδημαϊκή έρευνα το μισό από το μέσο όρο των χωρών της Ευρωπαϊκής Ένωσης, είναι λογικό οι επιστήμονες να στρέφονται σε άλλες χώρες για να εμβαθύνουν στο αντικείμενο μελέτης τους.

Αυτό που τόνισε ο κ. Λαμπριανίδης στις Βρυξέλλες, αλλά ακόμα βρίσκεται σε συζητήσεις είναι η αλλαγή του παραγωγικού μοντέλου της χώρας. Δεδομένης της κρίσης που εντείνει το φαινόμενο brain drain, πρέπει να ληφθούν άμεσα ρηξικέλευθες αποφάσεις. Τι σημαίνει όμως αυτό; Αρκετοί αναλυτές προτείνουν την ένταξη της ακαδημαϊκής γνώσης στην επιχειρηματικότητα. Αυτό όμως πέραν του ότι προκαλεί αμφιβολίες ως προς τη διατήρηση της ανεξαρτησίας της έρευνας, επαναφέρει την όποια ελπίδα στην σκληρή ελληνική πραγματικότητα: εξαιτίας όλων των μνημονιακών νόμων που έχουν ψηφιστεί, ο μισθός ενός ερευνητή βρίσκεται σε πολύ χαμηλά επίπεδα. Το ίδιο κι ενός γιατρού, το βλέπουμε από τις άγονες προκηρύξεις προσλήψεων γιατρών.

Το ελληνικό κράτος είναι αυτό που πρέπει να επενδύσει στην έρευνα και να προχωρήσει σε αξιοποίηση των επιστημόνων που παράγει, αντί να τους «χαρίζει» σε τρίτες χώρες.

Οι Περιφέρειες που διαχειρίζονται μεγάλους ευρωπαϊκούς πόρους θα πρέπει να επιταχύνουν την απορρόφησή τους προκηρύσσοντας θέσεις επιστημονικού δυναμικού. Η επένδυση μιας χώρας στην επιστήμη θα πρέπει να είναι το πρώτο της μέλημα, αν θέλει να ελπίζει σε ένα καλύτερο αύριο. Γιατί δεν είναι οι νέοι επιστήμονες που φεύγουν μόνοι τους. Μαζί τους φεύγει και το…αύριο της Ελλάδας.

Ροή ειδήσεων
0
Για τη συμμετοχή στη συνομιλία,
συνδεθείτε ή εγγραφείτε.
loader
Συνομιλίες
Заголовок открываемого материала