15:39 27 ΝΟΕΜΒΡΙΟY 2020
ΗΠΑ
Λήψη σύντομου url
Αμερικανικές εκλογές (301)
0 0 0
Βρείτε μας

Τι συμβαίνει στο σενάριο που ο Πρόεδρος των ΗΠΑ αρνηθεί να δεχτεί την ειρηνική μετάβαση εξουσίας παρότι χάσει στις εκλογές. Τι ακολουθεί από 'κει και ύστερα;

Ο Αμερικανός Πρόεδρος, Ντόναλντ Τραμπ, έχει υποστηρίξει ότι δεν θα αποδεχόταν το αποτέλεσμα των εκλογών εάν επρόκειτο να χάσει.

Τι γίνεται όμως στην περίπτωση που χάσει τις εκλογές και αρνηθεί να εγκαταλείψει τον Λευκό Οίκο;

Κάτι τέτοιο δεν έχει συμβεί ποτέ ξανά στην αμερικανική Ιστορία.

Πολιτικοί επιστήμονες και ιστορικοί εξήγησαν στο livescience.com ότι κάτι τέτοιο είναι δύσκολο να γίνει.

Ας υποθέσουμε, ότι ο Μπάιντεν κερδίζει με μεγάλη διαφορά σε αρκετές Πολιτείες, στις οποίες διεκδικούσαν τη νίκη και οι δύο υποψήφιοι (swing states) και έτσι το τελικό αποτέλεσμα είναι τόσο ξεκάθαρο που δεν χωράει καμία αμφισβήτηση. Είναι λογικό να αναρωτηθούμε εάν ο Τραμπ -που έχει δηλώσει ότι θα μπορούσε να χάσει μόνο εάν οι εκλογές νοθεύτηκαν σε βάρος του- θα αποδεχτεί ποτέ την ήττα του.

Σύμφωνα με την 20η τροπολογία του αμερικανικού Συντάγματος, εάν ο Τραμπ χάσει τις εκλογές, η θητεία του ολοκληρώνεται το απόγευμα της 20ης Ιανουαρίου 2021, όταν και θα παραδώσει επίσημα την εξουσία στον Τζο Μπάιντεν.

«Ακόμα και εάν διαφωνεί με τα αποτελέσματα, εάν χάσει ο Τραμπ, είναι σίγουρο ότι θα απομακρυνθεί από τον Λευκό Οίκο» τονίζει ο καθηγητής Ρόμπερτ Σαπίρο, πρώην αναπληρωτής διευθυντής του Ινστιτούτου Κοινωνικής και Οικονομική Έρευνας και Πολιτικής του Πανεπιστημίου της Κολούμπια.

«Δεν υπάρχει κανένας λόγος να υποθέτουμε σήμερα ότι τα πράγματα θα φτάσουν σε αυτό το σημείο. Ο Τραμπ μπορεί απλά να κερδίσει τις εκλογές, μπερδεύοντας τις δημοσκοπήσεις για δεύτερη φορά μετά το 2016. Μπορεί να χάσει τις εκλογές και να συμφωνήσει να αφήσει την εξουσία. Και μπορεί επίσης να παραμείνει στη θέση του πηγαίνοντας το "κλέψιμο στο ζύγι", στα δικαστήρια, όπως έχει πει».

Πρωτοφανής η στρατηγική Τραμπ

Ο Τραμπ έχει δηλώσει επανειλημμένα ότι αναμένει να κερδίσει τις εκλογές με τις προσφυγές του για επανακαταμέτρηση των ψήφων (σε αντίθεση με τη νίκη στις κάλπες).

Αυτό από μόνο του συνιστά κάτι το εντελώς νέο.

Στις προεδρικές εκλογές του 2000, ο Ρεπουμπλικανός κυβερνήτης του Τέξας, Τζορτζ Γ. Μπους, επικράτησε του Αντιπροέδρου, Αλ Γκορ, όχι συγκεντρώνοντας ξεκάθαρα τις περισσότερες ψήφους, αλλά επειδή κέρδισε στις δικαστικές μάχες που έδωσε για το αποτέλεσμα στην Πολιτεία της Φλόριντα. Ένα αποτέλεσμα τόσο «ομιχλώδες», που σύμφωνα με τον δημοσιογράφο και συγγραφέα Λίον Νέιφακ, ο πραγματικός νικητής μπορεί να παραμένει άγνωστος.

Αυτό δεν σημαίνει ότι μια δικαστική διαμάχη για την Προεδρία αποτελεί τη νέα κανονικότητα. Υποτίθεται ότι η απόφαση με 5 ψήφους υπέρ και 4 κατά του Ανώτατου Δικαστηρίου στη «μάχη» Μπους εναντίον Γκορ, με την οποία ολοκληρώθηκαν οι εκλογές του 2000, συνιστούσε εκτροπή. Η συντηρητική πλειοψηφία που έδωσε τις εκλογές στον Μπους υποστήριξε ότι αυτή η απόφαση δεν θα πρέπει να χρησιμοποιηθεί ποτέ ως νομικό προηγούμενο. Μία από τους ανώτατους δικαστές, η Σάντρα Ντέι Ο'Κόνορ, είχε αργότερα αναρωτηθεί δημοσίως εάν διέπραξε σφάλμα.

Υπάρχουν όμως σημαντικές διαφορές μεταξύ εκείνης της περίπτωσης και της τωρινής.

Πρώτον, ο Τραμπ επιδόθηκε, πριν την ημέρα των εκλογών, σε μια τεράστια προσπάθεια (αν και όχι εντελώς επιτυχημένη), προκειμένου να εμποδίσει τους πολίτες να ψηφίσουν σε Πολιτείες «κλειδιά», σύμφωνα με το Κέντρο για τη Δημόσια Ακεραιότητα (The Center for Public Integrity) και τον πρώην επικεφαλής των Ρεπουμπλικανών στη Βουλή του Τέξας. Οι δικηγόροι του Αμερικανού Προέδρου είχαν σκορπιστεί σε όλη τη χώρα για να κάνουν την ψήφο χωρίς φυσική παρουσία πιο δύσκολη και προσπάθησαν, αν και ανεπιτυχώς, να πεταχτούν ήδη καταγεγραμμένοι ψήφοι.

Δεύτερον, αν και ο Γκορ ήταν Αντιπρόεδρος του Κλίντον, ο οποίος τον υποστήριζε και ο Μπους ήταν αδελφός του κυβερνήτη της Φλόριντα, Τζεμπ Μπους, κανείς τους δεν ήταν Πρόεδρος τη στιγμή που πάλευαν για να ανατρέψουν το εκλογικό αποτέλεσμα. Εάν ο Τραμπ χρησιμοποιήσει το Ανώτατο Δικαστήριο για να κερδίσει τις εκλογές, όπως έχει υποστηρίξει, θα το κάνει όντας Πρόεδρος. Έχοντας διορίσει ο ίδιος τρεις από τους εννέα δικαστές οι οποίοι θα αποφασίσουν για την υπόθεση.

Και φυσικά, ούτε ο Μπους, ούτε ο Γκορ δεν απειλούσαν ότι θα κινηθούν νομικά πριν καν διεξαχθούν ο εκλογές. Μόνο όταν το αποτέλεσμα σε μια τεράστια Πολιτεία-κλειδί κρίθηκε σε μερικές εκατοντάδες ψήφους, ο Γκορ πάλεψε για την επανακαταμέτρηση και ο Μπους για να τη σταματήσει.

Είναι δύσκολο να κλέψεις στις εκλογές

Ο Τραμπ βαδίζει σε αχαρτογράφητη περιοχή με τις απειλές του για δικαστική μάχη για την προεδρία, σύμφωνα με τον Σαπίρο. Ο οποίος αναμένει, παρά τη φασαρία, πως ο πραγματικός νικητής των εκλογών θα γίνει και ο επόμενος Πρόεδρος.

«Στις εκλογές του 2000, η Φλόριντα μας αιφνιδίασε. Κανείς δεν περίμενε αυτό που ερχόταν. Όλα αυτά που συμβαίνουν τώρα όμως, τα περίμεναν οι πάντες».

Τελικά, η γραφειοκρατία των εκλογών είναι πέρα από τον έλεγχο του Τραμπ.

«Σε κάθε πολιτεία η εκλογική γραφειοκρατία προσπαθεί πυρετωδώς να ολοκληρώσει την εκλογική διαδικασία και την καταμέτρηση των ψήφων. Ξέρουν τι έρχεται και ξέρουν τι πρέπει να κάνουν. Πρόκειται για επαγγελματίες των εκλογών, που η ποιότητά τους ποικίλλει από Πολιτεία σε Πολιτεία. Περηφανεύονται ότι κάνουν να λειτουργεί σωστά η εκλογική διαδικασία. Δεν υπάρχουν κατεργάρηδες ανάμεσα στους δημοσίους υπαλλήλους που καταμετρούν τις ψήφους».

Και αν επιχειρούνται κάποιες «κατεργαριές», από ένα σημείο και μετά πρέπει να σταματούν.

Ο ομοσπονδιακός νόμος προβλέπει ότι οι Πολιτείες θα πρέπει να επιλέξουν οριστικά τους εκλέκτορες τους στις 8 Δεκεμβρίου της χρονιάς των εκλογών. Και στις 14 Δεκεμβρίου το Κολλέγιο των Εκλεκτόρων να ψηφίσει, με την κάθε ομάδα εκλεκτόρων να συνεδριάζει ξεχωριστά στην Πολιτεία από την οποία προέρχεται. Σε αυτό το σημείο, σύμφωνα με τον Σαπίρο, το θέμα έχει διευθετηθεί. Εάν οι περισσότερες ψήφοι είναι υπέρ του Μπάιντεν, τότε θα είναι ο νόμιμος νεοεκλεγείς Πρόεδρος και αυτό δεν θα μπορεί να αμφισβητηθεί από κανένα δικαστήριο.

Οι υποψήφιοι στις αμερικανικές εκλογές πάντα αναγνώριζαν τα αποτελέσματα

Όμως, τι θα γίνει εάν ο Τραμπ αρνηθεί να φύγει;

Αξίζει να σημειωθεί και πάλι ότι παρότι ο Τραμπ έχει αρνηθεί να δεσμευτεί για μια ειρηνική μεταβίβαση της εξουσίας, δεν έχει δηλώσει ρητά ότι θα απορρίψει τα αποτελέσματα ακόμα και σε αυτό το σημείο. Και αυτό θα αποτελούσε μια πρωτιά στην αμερικανική Ιστορία.

Ερωτηθείς εάν κάποιος Πρόεδρος υπαινίχθηκε ποτέ ότι θα αρνείτο να αποδεχθεί τα αποτελέσματα των εκλογών, ο Μπρους Σούλμαν, ιστορικός στο Πανεπιστήμιο της Βοστώνης απαντά αρνητικά.

«Δεν υπήρξε ποτέ τέτοιος Πρόεδρος ή κάτι παρόμοιο» επισημαίνει.

Δύο φορές, το 1824 και το 1876 οι προεδρικές εκλογές ολοκληρώθηκαν στη Βουλή των Αντιπροσώπων καθώς κανείς υποψήφιος δεν κατάφερε να εξασφαλίσει την πλειοψηφία στο Εκλεκτορικό Κολλέγιο, σύμφωνα με τον Σούλμαν.

Το 1824, ο Άντριου Τζάκσον, ο Τζον Κουίνσι Άνταμς, ο Χένρι Κλέι και ο Γουίλιαμ Κρόφορντ, ήταν όλοι τους υποψήφιοι για την προεδρία, κανείς δεν κατάφερε πλειοψηφία στο Εκλεκτορικό Κολλέγιο και η Βουλή επέλεξε τον Άνταμς ως Πρόεδρο.

Το 1876, η διαμάχη στο Κογκρέσο τελείωσε όταν ο Ρεπουμπλικανός Ράδερφορντ Μπ. Χέις υποσχέθηκε στους Δημοκρατικούς ότι θα ολοκλήρωνε την περίοδο της «Ανοικοδόμησης» (μετά τον Αμερικανικό Εμφύλιο Πόλεμο) με αντάλλαγμα τις ψήφους τους, σε ένα από τα πιο σημαντικά γεγονότα της αμερικανικής Ιστορίας. Όμως, σε κάθε περίπτωση, ο ηττημένος αποδέχθηκε το τελικό αποτέλεσμα.

Επίσης, όπως σημειώνει ο Σούλμαν, ακόμα και οι εκλογές του 1860, που οδήγησαν στον Εμφύλιο, δεν προκάλεσαν διαφωνίες για τη νομιμότητα της προεδρικής εκλογής.

Ένα πιο σχετικό με την τωρινή περίπτωση προηγούμενο αποτελούν, σύμφωνα με τον Νόα Ρόσενμπλουμ, Ιστορικό του Δικαίου στο Πανεπιστήμιο της Κολούμπια στη Νέα Υόρκη, οι εκλογές του 1800, μεταξύ του Προέδρου Τζον Άνταμς (φεντεραλιστή) και του Αντιπροέδρου Τόμας Τζέφερσον (Δημοκρατικού-Ρεπουμπλικανού).

«Εκείνες οι εκλογές, όπως μπορεί να γνωρίζετε, έφεραν τους Φεντεραλιστές ενάντια στους Δημοκρατικούς-Ρεπουμπλικανούς και η μάχη ήταν έντονη. Κάθε πλευρά εξέφραζε την αίσθηση ότι εάν κέρδιζε η άλλη, θα επέρχετο και το τέλος της Δημοκρατίας. Και οι Φεντεραλιστές, που βρίσκονταν στην εξουσία, ανέλαβαν δράση που στόχευε ρητά στην αποδυνάμωση των Δημοκρατικών-Ρεπουμπλικανών. Όπως ήταν ο διαβόητος νόμος, βάσει του οποίου φυλακίζονταν οι εκδότες εφημερίδων που στήριζαν τους Δημοκρατικούς-Ρεπουμπλικανούς».

«Παρόλα αυτά, μετά την πολύ οριακή ήττα των Φεντεραλιστών, ο Τζον Άνταμς παραιτήθηκε ειρηνικά υπέρ του Τόμας Τζέφερσον» σχολιάζει ο Ρόσενμπλουμ. 

Έτσι, ένα σενάριο όπου ο Τραμπ θα αρνηθεί να αναγνωρίσει ένα εκλογικό αποτέλεσμα που έχει κριθεί θα έμοιαζε παράξενο, ακόμα και με τα σκληρά ειωθότα του 19ου αιώνα.

Αλλά ακόμα κι έτσι, «τι θα γίνει εάν»;

«Μιλάμε για μια κατάσταση όπου οι ψήφοι έχουν καταμετρηθεί, όλες οι δικαστικές εκκρεμότητες για τις ψήφους έχουν τακτοποιηθεί και οι εκλέκτορες συνεδριάζουν στις 14 Δεκεμβρίου και ψηφίζουν. Τότε η διαδικασία είναι ξεκάθαρη» σχολιάζει ο Σαπίρο.

«Σε αυτό το σημείο το αποτέλεσμα περνά στο Κογκρέσο, συνήθως έως τις 23 Δεκεμβρίου, όπου και πιστοποιείται στις 6 Ιανουαρίου από τον απερχόμενο Αντιπρόεδρο. Εάν λοιπόν στις 6 Ιανουαρίου η Βουλή των Αντιπροσώπων και η Γερουσία έχουν αποδεχθεί ως νέο Πρόεδρο των ΗΠΑ τον Τζο Μπάιντεν, ο Τραμπ δεν μπορεί να κάνει πολλά για να παραμείνει στην εξουσία» εξηγεί.

«Κάποιος θα ορκίσει τον Μπάιντεν Πρόεδρο. Μπορεί να είναι ο δικαστής του Ανώτατου Δικαστηρίου. Μπορεί να είναι η γιαγιά του. Όμως, από το απόγευμα της 20ης Ιανουαρίου θα είναι ο Πρόεδρος των ΗΠΑ. Η Μυστική Υπηρεσία των ΗΠΑ (USSS) του δίνει αναφορά. Ο Ντόναλντ Τραμπ ως απερχόμενος Πρόεδρος θα διατηρεί ένα απόσπασμα της Μυστικής Υπηρεσίας. Ο Μπάιντεν θα πάει στον Λευκό Οίκο και η Μυστική Υπηρεσία θα συνοδεύσει τον Τραμπ κατά την αποχώρησή του. Αυτό θα συμβεί. Όλες οι δημόσιες υπηρεσίες της κυβέρνησης, κάθε υπάλληλος των ΗΠΑ θα αναφέρεται στον Τζο Μπάιντεν».  

Υπάρχουν όμως συγκεκριμένες προϋποθέσεις για όλα αυτά. Ότι οι εκλέκτορες θα μπορούν να ψηφίσουν και ότι θα έχουν τις ψήφους τους επικυρωμένες. Ότι όλοι οι θεσμοί της ομοσπονδιακής κυβέρνησης -του Κογκρέσου συμπεριλαμβανομένου- θα λειτουργούν όπως αναμένεται. Και πως η Μυστική Υπηρεσία, όπως και οι ένοπλοι ομοσπονδιακοί πράκτορες, θα τηρήσουν τον νόμο. Υπάρχουν χώρες στον κόσμο και στιγμές στην Ιστορία όπου δεν υπήρξε ομαλή μετάβαση της εξουσίας για παρόμοιους λόγους. Αλλά δεν έχει συμβεί ποτέ κάτι τέτοιο στις ΗΠΑ.

Όπως επισημαίνει ο ιστορικός του Πανεπιστημίου του Στάνφορντ, Τζόναθαν Γκιέναπ, η άρνηση του Τραμπ να αρνηθεί την ειρηνική μετάβαση της εξουσίας κάνει απαραίτητη την ενίσχυση των αμερικανικών θεσμών που έχουν τεθεί υπό αμφισβήτηση. Το ίδιο το Σύνταγμα δεν διασφαλίζει κατηγορηματικά την ειρήνη, αλλά απεναντίας υποθέτει ότι όλοι όσοι εμπλέκονται στις εκλογές μοιράζονται τη δέσμευση για σεβασμό στο αποτέλεσμα.

«Έχουμε θεσμούς οι οποίοι μπορούν να κληθούν για την επιδιαιτησία διαφορών ή την άρνηση παράνομων σφετερισμών της εξουσίας, αλλά οι διασφαλίσεις που θα αποφασίσουν τα θέματα είναι περισσότερο πολιτικές παρά συνταγματικές. Μπορεί να χρειαστεί οι εκλεγμένοι πολιτικοί ηγέτες να εργαστούν για ένα είδος συμβιβασμού, όπως συνέβη στα 1876-1877. Ή, εάν χρειάζεται, μπορεί οι πολίτες να εξασκήσουν το θεμελιώδες δικαίωμά τους της συγκέντρωσης και της διαμαρτυρίας σε μια προσπάθεια για επίλυση».

Πάντως, ο Σαπρίρο δηλώνει ότι αναμένει η μακροχρόνια συνήθεια της μετάβασης της εξουσίας στις ΗΠΑ βάσει των κανόνων, να συνεχιστεί, εάν όλα πάνε καλά μέχρι εκείνο το σημείο.

«Αυτό είναι το πιο απλό σενάριο. Νομίζω ότι η Μυστική Υπηρεσία θα αναφέρεται στον νέο Πρόεδρο των ΗΠΑ. Το δύσκολο σενάριο είναι να υπάρξει συμφωνία στην καταμέτρηση των ψήφων και συμφωνία στους εκλέκτορες».

Ένας δύστροπος Τραμπ μπορεί να κάνει πολλά στους μήνες που μεσολαβούν μέχρι την τελετή ορκωμοσίας, προκειμένου να προκαλέσει μπελάδες στον Μπάιντεν, εάν ο υποψήφιος των Δημοκρατικών νικήσει. Οι προεδρικές μεταβιβάσεις είναι δύσκολες διαδικασίες, σύμφωνα με τον Σαπίρο. Χιλιάδες διορισμένοι αξιωματούχοι στην ομοσπονδιακή κυβέρνηση, από τον επικεφαλής της NASA μέχρι διευθυντές σε σημαντικές ομοσπονδιακές υπηρεσίες και μέλη του υπουργικού συμβουλίου, θα πρέπει να αντικατασταθούν όταν η διοίκηση Τραμπ παραδώσει την εξουσία στη διοίκηση Μπάιντεν.

Τυπικά, η κυβερνητική ομάδα που αποχωρεί συνεργάζεται στενά με αυτήν που έρχεται. Αλλά ο Τραμπ μπορεί απλά να αρνηθεί στο επιτελείο του Τραμπ οποιαδήποτε πρόσβαση πριν την ορκωμοσία, κάνοντας τη μετάβαση εξουσίας ασυνήθιστα δύσκολη.

Σύμφωνα με τον Σαπίρο, πάντως, ακόμα και μια μεταβίβαση εξουσίας, ημιτελής μέχρι την ορκωμοσία, θα είναι μεταβίβαση εξουσίας. Θα υπάρχει νέα κυβέρνηση και η παλιά θα πρέπει να φύγει.

Αυτό θα συμβεί, εφόσον οι θεσμοί λειτουργήσουν κανονικά.

 

Θέμα:
Αμερικανικές εκλογές (301)
Tags:
εκλέκτορες, Κογκρέσο, Ρεπουμπλικανοί, Δημοκρατικοί, εκλογές, Τζο Μπάιντεν, Λευκός Οίκος, αμερικανικές εκλογές 2020, αμερικανικές εκλογές, ΗΠΑ, Ντόναλντ Τραμπ
ΠΡΟΤΥΠΑ ΚΟΙΝΟΤΗΤΑΣΣΥΖΗΤΗΣΗ
ΣΧΟΛΙΑΣΜΟΣ ΜΕΣΩ SPUTNIKΣΧΟΛΙΑΣΜΟΣ ΜΕΣΩ FACEBOOK