00:21 21 ΝΟΕΜΒΡΙΟY 2018
Μοναστηράκι

Πώς θα αλλάξει η Αθήνα και γιατί ποδηλατόδρομοι και πεζόδρομοι δεν λύνουν κανένα πρόβλημα

CC0
ΕΛΛΑΔΑ
Λήψη σύντομου url
Εριφύλη Δρίβα
0 50

Αθήνα, η πόλη που λατρεύουμε να μισούμε. Είναι όμως απλά θέμα αισθητικής; Βοηθούν πεζοδρομήσεις και ποδηλατόδρομοι, ή πρόκειται για κινήσεις ατάκτως ερριμμένες; Με αφορμή την Παγκόσμια Ημέρα Πολεοδομίας – Χωροταξίας και ενόψει δημοτικών εκλογών αναζητούμε τις απαντήσεις με τη βοήθεια του πολεοδόμου, καθηγητή αστικής διαχείρισης Άρη Καλαντίδη.

Πρωτεύουσα της Ελλάδας από το 1834, η Αθήνα κουβαλάει την ιστορία της χώρας στην εικόνα της. Από την αστικοποίηση και το φαινόμενο της αντιπαροχής μέχρι την οικονομική κρίση που οδήγησε στην εγκατάλειψη, η πρωτεύουσα αναζητεί διεξόδους αναβάθμισης κινδυνεύοντας να πέσει ακόμα μία φορά θύμα του… θεαθήναι. Οι λύσεις όμως είναι πιο απλές.

Ο Άρης Καλαντίδης είναι πολεοδομός, καθηγητής αστικής διαχείρισης (place management) στο Manchester Metropolitan University
© Φωτογραφία : Άρης Καλαντίδης
Ο Άρης Καλαντίδης είναι πολεοδομός, καθηγητής αστικής διαχείρισης (place management) στο Manchester Metropolitan University
Η Αθήνα είναι μία πόλη με υψηλή πυκνότητα και αρκετά διαφορετικά χαρακτηριστικά καθώς «έχει ένα κομμάτι στο ιστορικό κέντρο που διαβάζονται ακόμα τα ίχνη μίας πάρα πολύ αρχαίας πόλης, κάτι που είναι πάρα πολύ συγκινητικό. Έχει κομμάτια με πάρα πολύ καλή ποιότητα και κομμάτια που από κάθε άποψη είναι πάρα πολύ υποβαθμισμένα».

Και ενώ ο διάλογος αναλώνεται στο αν η Αθήνα είναι μία άσχημη πόλη, ο πολεοδόμος, καθηγητής αστικής διαχείρισης Άρης Καλαντίδης είναι κατηγορηματικός. «Θεωρώ ότι το αισθητικό δεν μπορεί να μην μας απασχολεί αλλά το ζήτημα είναι τι ποιότητα ζωής μας προσφέρει και αυτό θα έπρεπε να είναι το κριτήριο» επισημαίνει.

Από τη μία πλευρά, η Αθήνα προσφέρει μία ποιότητα σε κάποια πράγματα που σχετίζονται με τους κατοίκους της, «είναι μία πόλη που σε υποδέχεται καλά» εξηγεί, ωστόσο, παραδέχεται ότι έχει τεράστια προβλήματα που κάνουν δύσκολη την καθημερινότητα. «Είναι δύσκολο να πεις είναι καλή ή κακή. Εγώ τη χαίρομαι και κάποιες φορές με εκνευρίζει πάρα πολύ» σχολιάζει.

Το βασικό της πρόβλημα αναμφίβολα, σύμφωνα με τον ίδιο, είναι η προσβασιμότητα ή κινητικότητα.

Σπεύδει να διευκρινίσει ότι δεν εννοεί πώς θα πάει το αυτοκίνητο αλλά πώς ένας πολίτης μπορεί να πάει από το σημείο Α στο σημείο Β, «γιατί στο σημείο Α κατοικώ και θέλω να πάω στο σημείο Β που μπορεί να είναι η δουλειά μου, το φροντιστήριο των παιδιών, το νοσοκομείο που θέλω να πάω τη γιαγιά. Τα χιλιάδες πράγματα που έχουμε όλοι να κάνουμε».

Ξεκαθαρίζει ότι «αυτού του είδους η προσβασιμότητα είναι πολύ κακή». Παραδέχεται ότι μεν έχουν γίνει πολύ σημαντικά βήματα, όπως η δημιουργία του μετρό, ωστόσο υπήρξε ο υποβιβασμός των ταξί και των τρόλεϊ. Γεγονός που ο ίδιος σε μεγάλο βαθμό το αποδίδει στην κρίση, ωστόσο, θεωρεί «ότι δεν υπήρχε πραγματικά και μία βούληση» για να φτιαχτεί το ζήτημα της προσβασιμότητας.

Ακόμα μία πληγή της Αθήνας είναι το πού περπατάς και φυσικά τα πεζοδρόμια της πόλης είναι σε κάκιστη κατάσταση. «Βγαίνουμε από το σπίτι μας και πολύ απλά περπατάμε στα πεζοδρόμια. Δεν είναι πεζοδρόμια αυτά που έχουμε. Πεζόδρομοι που δεν είναι φροντισμένοι, αυτοκίνητα και μηχανάκια που δεν τα ελέγχει κανείς και κάνουν ό,τι θέλουν και έχουν κάνει και τα πιο ωραία πράγματα αυτή τη στιγμή πάρκινγκ» περιγράφει. 

Για τον κ. Καλαντίδη υπάρχει και ένα τρίτο κομμάτι, ένα «τεράστιο πολεοδομικά σφάλμα» όπως το χαρακτηρίζει που μάλιστα είναι και σε πολύ μεγαλύτερη κλίμακα. Αυτό είναι ότι πολύ ζωτικές λειτουργίες βγήκαν από την πόλη.

«Το ότι φτιάχτηκε τη δεκαετία του '80 και 90 μία Βωβούπολη στην Κηφισίας παίρνοντας βιώσιμα πράγματα από το κέντρο. Το ότι φτιάχτηκε πρόπερσι ένα ομολογουμένως πανέμορφο κτίριο της όπερας στο Φάληρο παίρνοντας σημαντικές πολιτιστικές δράσεις από το κέντρο» είναι για τον Καλαντίδη πολεοδομικά σφάλματα.

«Και μετά αναρωτιόμαστε πώς νεκρώνει το κέντρο» σχολιάζει.

Εκτός όμως από αυτό, επηρεάζει και το ζήτημα της προσβασιμότητας καθώς, όπως μας εξηγεί, αυξάνοντας τις αποστάσεις τόσο πιο δύσκολη γίνεται. «Άρα όταν την πόλη την απλώνω προς τα προάστια την κάνω πολύ πιο δύσκολα προσβάσιμη για τους ανθρώπους».

Κι όμως δεν φταίει μόνο η αντιπαροχή

Περπατώντας όμως σε αυτή τη δύσκολη πόλη και παρά τα πεζοδρόμια-παγίδες, δεν μπορείς παρά να σηκώσεις το βλέμμα και να παρατηρήσεις αρχιτεκτονικές οάσεις στο κέντρο και τις γειτονιές της Αθήνας. Νεοκλασικά και άλλα ιδιαίτερα κτίρια στριμωγμένα ανάμεσα σε πολυκατοικίες-θηρία, πανομοιότυπες και χωρίς ενδιαφέρον. Γιατί επιλέξαμε την ασχήμια;

Από μία δεκαετία και μετά, υπάρχει στην Αθήνα, όχι μόνο στο κέντρο, μία πάρα πολύ ευτελής κατοικία, σημειώνει ο καθηγητής και μας εξηγεί γιατί είναι λίγο δύσκολο να κατηγορήσουμε την αντιπαροχή και μόνο.

Άποψη της Αθήνας
Άποψη της Αθήνας

«Στην Ελλάδα δεν είναι υποχρεωτικό να έχετε αρχιτέκτονα αρκεί και μόνο ένας πολιτικός μηχανικός για να φτιάξεις κτίριο. Αυτό είναι ελληνική πατέντα. Από εκεί και πέρα υπήρχε τέτοια ανάγκη να στεγαστεί πάρα πολύς κόσμος τη δεκαετία '50 με ‘60 με την πόλη να κάνει τέτοια έκρηξη. Οι εργολάβοι έβαζαν τα λιγότερα δυνατά χρήματα με αποτέλεσμα τέτοια ευτελή κτίσματα» τονίζει.

Ωστόσο, αναγνωρίζει ότι υπάρχει πολύ περιορισμένη μέριμνα για την αρχιτεκτονική των κτιρίων παρότι ακόμα και στις δεκαετίες του '50, του '60 και του '70 έχουν γίνει και κάποια «διαμαντάκια» ανάμεσα σε αυτές τις ευτελείς πολυκατοικίες. «Είναι σε κακή κατάσταση, έχουν κλιματιστικά στην πρόσοψη και είναι χάλια, αλλά είναι διαμαντάκια, δεν είναι μόνο τα νεοκλασικά» σημειώνει.

Κανένας κανονισμός, καμία πρόβλεψη δεν πρόλαβε αυτές τις άσχημες παρεμβάσεις σε όμορφα κτίρια. Ακόμα και να υπήρχε όμως το ζήτημα θα παρέμενε καθώς «σε μία χώρα που τα λεφτά δεν περισσεύουν ο καθένας κάνει το φθηνότερο δυνατό. Από την άλλη πλευρά αφού δεν ελέγχει κανείς τίποτα, ας υπάρχει και ο κανόνας, ποιος θα έρθει να σε ελέγξει».

Μετά την αντιπαροχή που διαμόρφωσε τη σημερινή εικόνα της πόλης ήρθε η εγκατάλειψη ως ένας παράγοντας που ενέτεινε το πρόβλημα.

Ο κ. Καλαντίδης υπογραμμίζει ότι «δεν ξέρουμε καν πόσα κτίρια έχουμε εγκαταλελειμμένα» και τονίζει ότι «ένα από τα πράγματα που πρέπει να κάνουμε είναι ένα σχέδιο της προκοπής που μπορούμε να σκεφτούμε για την επανάχρηση των άδειων ακινήτων, δημόσιων και ιδιωτικών».

Μάλιστα, σημειώνει ότι για την επανάχρηση απαιτείται κυρίως βούληση και τεχνογνωσία και λιγότερο χρήματα καθώς μπορεί να αυτοχρηματοδοτηθεί.

Επομένως, υπάρχει ελπίδα για τη βελτίωση μιας τσιμεντούπολης όπως η Αθήνα. Από τη συζήτηση με τον κ. Καλαντίδη προκύπτει ότι οι λύσεις είναι μάλλον αυτονόητες και απλές.

«Το πρώτο που θεωρώ πιο βασικό, είναι η ποιότητα του δημόσιου χώρου. Για μένα αυτό σημαίνει δρόμοι και πεζοδρόμια που περπατιούνται. Και δεν εννοώ πεζόδρομους, προσωπικά δεν είμαι και φίλος των πεζόδρομων, αλλά πεζοδρόμια που δεν είναι παγίδες, πεζοδρόμια που έχουν ένα εύρος που μπορεί να περάσει άνετα, η μαμά με το καροτσάκι, ένας άνθρωπος σε καρότσι. Πεζοδρόμια με φωτισμό» περιγράφει.

Με λίγα λόγια «πεζοδρόμιο που να περπατιέται, με έναν φωτισμό για να νιώθω ασφαλής, να μην έχω στοίβες από σκουπίδια γύρω μου».

Πεζοδρόμιο
© Φωτογραφία : Konstantinos Tsakalidis / SOOC
Πεζοδρόμιο
Μία δεύτερη κίνηση είναι οι χώροι συνεύρεσης. Ένα καλό δείγμα, κατά τον κ. Καλαντίδη, είναι η τεράστια, όπως την χαρακτηρίζει, προσπάθεια που είχε γίνει παλαιότερα και φέρνει σαν παράδειγμα την πλατεία Συντάγματος και το Μοναστηράκι.

Στη συνέχεια, διερωτάται τι γίνεται με τους υπάρχοντες πεζόδρομους που έχει η Αθήνα και οι οποίοι θέλουν φροντίδα και τι γίνεται με το Πεδίον του Άρεως.

Οι χώροι συνεύρεσης όμως φέρνουν και… τραπεζοκαθίσματα. Μας έρχεται η εικόνα της Αδριανού στο ιστορικό κέντρο, και όχι μόνο, που τα τραπεζοκαθίσματα λειτουργούν σαν φραγμός για τους πεζούς που ζουν στην πόλη και για τους τουρίστες που θέλουν να κάνουν τη βόλτα τους.

Όπως λέει, πρόκειται για τεράστιο πρόβλημα και αρκετά λυπηρό φαινόμενο, υπενθυμίζοντας την προσπάθεια που είχε γίνει στην Πλάκα να κοπούν οι κράχτες, τα μεγάφωνα και να γίνει πιο κατοικήσιμη περιοχή.

Ο κ. Καλαντίδης επισημαίνει ότι ο σχεδιασμός για το σημείο που μπορούν να εκτείνονται τα τραπεζοκαθίσματα υπάρχει αλλά κανείς δεν τη σέβεται. «Είναι ευθύνη του δήμου. Ο σχεδιασμός υπάρχει, αν δεν υπάρχει κάποιος που να τα ελέγχει, είναι άχρηστος. Είναι τεράστια η ευθύνη ότι τα αφήνουν αυτά τα πράγματα έτσι. Τους φέρνει ένα έσοδο αυτό το καταλαβαίνω, αλλά σε βάρος μας που περνάμε από εκεί» παρατηρεί.

Προειδοποιεί δε πως πρέπει να βάλουμε στο μυαλό μας ότι βρισκόμαστε μπροστά σε μία κλιματική αλλαγή «τεράστια με τεράστιο κίνδυνο και δεν είμαστε προετοιμασμένοι με τίποτα». Και αυτό σημαίνει ότι «πρέπει να σκεφτούμε λιγάκι πως σε πόλη που είναι πολύ πυκνή, είναι ένα από τα καλά και τα κακά της, άρα τσιμέντο, να σκεφτούμε τι κάνουμε με τους χώρους πρασίνου που έχουμε, πώς τους αναβαθμίζουμε, και πώς μπορούμε να χρησιμοποιήσουμε τους κενούς χώρους που έχει για να φτιάξουμε χώρους πρασίνου. Δηλαδή και μία περιβαλλοντική μέριμνα για την πόλη».

Όταν τον ρωτάμε τι θα έκανε αν ήταν δήμαρχος για μία ημέρα γελάει, λέγοντας πως η μία ημέρα δεν αρκεί. Αναφέρει ωστόσο τις προτεραιότητες.

«Το πιο βασικό είναι ο δημόσιος χώρος. Θα ήθελα να έχω μία πόλη που οι άνθρωποι να μπορούν να κινούνται. Να νιώθουν ότι μπορούν να κινηθούν από τον έναν χώρο στον άλλο άσχετα από το αν είναι 30 ετών και αρτιμελείς ή 70 ετών και τυφλοί. Να είναι για όλους αυτή η πόλη. Να νιώθουν ότι είναι ασφαλείς σε αυτή την πόλη. Ασφαλείς με κάθε έννοια, ότι δεν θα σπάσουν το πόδι τους και ασφαλείς ότι βλέπουν μέσα στο σκοτάδι και ξέρουν ποιος είναι απέναντι».

«Η ανακατάκτηση της πόλης μας» με απλά λόγια.

Ωστόσο, το πρώτο πράγμα που θα έκανε θα ήταν να βρει έναν τρόπο να ακούει τον κόσμο.

Πεζοδρόμιο στην Αθήνα
© Φωτογραφία : Nick Paleologos / SOOC
Πεζοδρόμιο στην Αθήνα
Έτσι, ο ίδιος επιθυμεί να υπάρξει ένας μηχανισμός που θα ακούει τις ανάγκες του κόσμου. «Μιλάμε για τις μεταξύ μας εμπειρίες που όμως έχουν αξία. Θεσμοθετημένα, να συμμετέχει ο κόσμος με τις ανάγκες του. Αυτό μας γλιτώνει και από φαραωνικά έργα. Γιατί αν επικεντρωθώ στις ανάγκες της καθημερινότητας θα αποφύγω να κάνω τα τεράστια αυτά έργα.»

Κι όμως, η αλλαγή μπορεί να έρθει από τις γειτονιές

Το κέντρο είναι το βαρόμετρο κάθε μεγάλης πόλης, αυτό που δίνει τον τόνο και τον χαρακτήρα. Οι γειτονιές ωστόσο είναι αυτές που δημιουργούν την ποικιλία και προσδίδουν στο χρώμα μίας πρωτεύουσας.

Η πόλη είναι το κέντρο και οι γειτονιές και πρέπει να τις σκεφτούμε διαφορετικά, μας επισημαίνει ο κ. Καλαντίδης. Μάλιστα, όπως παρατηρεί «μπορεί να είναι πιο εύκολες στο να τις αναβαθμίσουμε. Και από μία έννοια κάποιες γειτονιές το έχουν και πιο πολύ ανάγκη από ότι το κέντρο».

Έχουμε υπέροχες γειτονιές, όπως το Παγκράτι, η Κυψέλη, το Θησείο και αυτές χρειάζονται τις λιγότερες παρεμβάσεις.

«Πάμε όμως προς Βάθη, προς σταθμό Αττικής, πάμε προς όλο αυτό το κομμάτι κάτω από την Πατησίων, στη Λιοσίων που είναι και το δημαρχείο. Αυτές είναι γειτονιές που πραγματικά έχουν αφεθεί και πραγματικά θα ήθελαν κάποια παρέμβαση» σημειώνει.

Το χαρακτηριστικό που έχουν οι γειτονιές αυτές είναι η αίσθηση του κινδύνου «και αυτή η αίσθηση του κινδύνου απομονώνει τους ανθρώπους από την πόλη. Η αίσθηση του κινδύνου είναι που κάνει τους μεγάλους ανθρώπους να μην βγαίνουν έξω».

«Άρα εγώ πιστεύω ότι οι παρεμβάσεις σε τέτοιες γειτονιές θα μπορούσαν να τις ζωντανέψουν με μία έννοια. Κα αυτό σε μεγάλο βαθμό ελαττώνει την αίσθηση του κινδύνου. Μία γειτονιά που περπατάει ο κόσμος είναι μία γειτονιά που γενικά νιώθω ασφαλής. Για να περπατάει όμως ο κόσμος θέλει πεζοδρόμια, θέλει φως» σημειώνει.

«Καταστροφική η παρέμβαση στο εμπορικό τρίγωνο»

Επιμένει στο ζήτημα ανάδειξης της γειτονιάς και σημειώνει ότι ακριβώς αυτή ήταν η αντίθεσή του με διάφορα σχέδια όπως το Rethink Athens ή το Reactivate Athens καθώς όλα αφορούσαν το κέντρο.

«Επεμβαίνουμε στο κέντρο το οποίο δεν ξέρω πόσα χρειάζεται γιατί δεν είναι σε τόσο κακή κατάσταση, και αφήνουμε την πλατεία Βάθης στην κατάσταση που είναι, γιατί;» διερωτάται.

Χαρακτηρίζει μάλιστα καταστροφική την παρέμβαση που γίνεται στο εμπορικό τρίγωνο και τονίζει ότι το τελευταίο που χρειαζόμαστε είναι παρεμβάσεις όπως πεζοδρομήσεις.

«Τώρα πιάσαμε το ένα κομμάτι της πόλης που λειτουργεί μια χαρά και το πειράζουμε. Δεν λέω θα μπορούσε να λειτουργεί και καλύτερα αλλά τώρα λειτουργεί μια χαρά εκεί και μαγαζιά έχει και εμπόριο έχει. Γιατί πάμε και πειράζουμε εκεί; Γιατί δεν ακούμπησε κανείς την πλατεία Βάθης; Γιατί δεν έγινε μία σοβαρή προσπάθεια στο Μεταξουργείο;» αναρωτιέται.

Εξηγεί ότι οι περιοχές αυτές είναι πυκνοκατοικημένες και μεταξύ άλλων ζουν εκεί πάρα πολλοί μετανάστες που όμως έχουν ένα πολύ καλό. «Ζουν πάρα πολύ έξω, δίνουν ζωή στην πόλη. Αν με κάποιο τρόπο ξαναζωντανεύαμε τις πλατείες, τα πεζοδρόμια τα μαγαζιά αυτές οι περιοχές θα γινόντουσαν πάρα πολύ ζωντανές».

«Δεν ξέρουν τι άλλο να κάνουν και κάνουν μία πεζοδρόμηση»

Με σκεπτικισμό που φτάνει την αμφιβολία για το αποτέλεσμα αντιμετωπίζει ο κ. Καλαντίδης και το ζήτημα των πεζοδρομήσεων και των ποδηλατοδρόμων στο κέντρο. Δεν θέλει να είναι απόλυτος, ωστόσο, δεν έχει πειστεί κατά πόσο είναι χρήσιμες. Αμφιβάλλει για την ύπαρξει σοβαρών μελετών που θα δείχνουν τι επιπτώσεις θα υπάρξουν.

«Η εντύπωσή μου είναι ότι είναι τυχαίες. Τους πιάνει δεν ξέρουν τι άλλο να κάνουν και κάνουν μία πεζοδρόμηση. Δεν έχουν καμία άλλη ιδέα. Δεν είμαι βέβαιος ότι είναι το καλύτερο από όλα» τονίζει.

Αναγνωρίζει ότι ο μεγάλος αρχαιολογικός περίπατος είναι πολύ πετυχημένη πεζοδρόμηση από την άλλη πλευρά όμως που γίνονται σε εμπορικές περιοχές έχουν ως αποτέλεσμα να γίνουν τα πάντα τραπεζοκαθίσματα.

«Γιατί ο πεζόδρομος είναι το καλύτερο που υπάρχει για τραπεζοκαθίσματα. Άρα με το που γίνεται πεζόδρομος αρχίζει και υπάρχει πίεση στο παλιό εμπόριο να φύγει για να γίνουν καφέ» σημειώνει.

Προειδοποιεί ότι αλλοιώνουν τη φυσιογνωμία και μπορούν να κάνουν πάρα πολύ κακό αν δεν υπάρξει μελέτη.

Οδός Βύσσης
© Φωτογραφία : Nick Paleologo / SOOC
Οδός Βύσσης
Φέρνει ως παράδειγμα την οδό Βύσσης όπου είναι γνωστή για τα καταστήματα που πωλούν πόμολα και την πεζοδρόμησή της. «Μπορούμε να αρχίσουμε να μετράμε πόσο θα κλείνουν τα μαγαζιά και θα γίνονται καφέ. Και μιλάμε για μία συγκέντρωση καταστημάτων που υπάρχει εδώ και έναν αιώνα» αναφέρει. 

Ζήτημα αποτελεί και η τάση των τελευταίων ετών για την ανάπτυξη ποδηλατοδρόμων. «Σαφώς ναι μία πόλη προσβάσιμη, που δίνει το προβάδισμα στα δημόσια μέσα μεταφοράς και γιατί όχι και στο ποδήλατο ως ένα από τα πολλά μέσα, αλλά μην το παρακάνουμε, γιατί η Αθήνα δεν είναι πόλη ποδηλάτου» προειδοποιεί.

Τονίζει ότι υπάρχει μία υπερβολή και επισημαίνει αυτό που οι περισσότεροι έχουμε παρατηρήσει, ότι οι ποδηλατόδρομοι στην Αθήνα «συνήθως δεν έχουν φάει κομμάτι από τον δρόμο αλλά από το πεζοδρόμιο. Δηλαδή και αυτό σε βάρος των πεζών. Αν είναι να δώσουμε προτεραιότητα στον πεζό και τον ποδηλάτη δεν έχω κανένα πρόβλημα να τον πάρουμε από τα αυτοκίνητα, στενέψουμε τους δρόμους δηλαδή να περνάει αυτοκίνητο γιατί δεν είμαι υπέρ της απαγόρευσης του αυτοκινήτου τελείως, να έχει όμως προτεραιότητα ο πεζός και αυτό που περισσεύει να το δώσουμε στο ποδήλατο».

Του φαίνεται αστείο «αυτή η μανία των ποδηλάτων» και ζητάει να σκεφτούμε «ποιοι είναι αυτοί που μπορούν να κινηθούν πάνω στα ποδήλατα σε μία πόλη. Είναι άνθρωποι αρτιμελείς, είναι άνθρωποι μίας σχετικά νέας ηλικίας και μία σχετικά καλής φυσικής κατάστασης».

Συνεχίζει «είναι άνθρωποι που δεν έχουν άλλες υποχρεώσεις. Για παράδειγμα τη γιαγιά που θέλω να την πάω στο νοσοκομείο στο ποδήλατο θα τη βάλω; Τα παιδιά που θέλω να τα πάω στο μάθημα στο ποδήλατο θα τα βάλω; Τα ψώνια;».

«Για μένα αν δει κανείς τους ανθρώπους που έχουν κολλήσει στον ποδηλατόδρομο είναι ανύπαντροι άντρες στα 30 που νομίζουν ότι όλη η ζωή αποτελείται από ανθρώπους σαν κι αυτούς που μπορούν να κινούνται μόνο με το ποδήλατό τους ελεύθεροι και ωραίοι. Είμαι υπέρ της υποδομής για ποδήλατα αλλά υπάρχει μία λάθος προτεραιότητα» προσθέτει.

Όταν τον ρωτάμε ειδικά για τον ποδηλατόδρομο που σχεδιάζεται να αναπτυχθεί στην οδό Ζωοδόχου Πηγής είναι κατηγορηματικός «να μου φτιάξουν πρώτα τα πεζοδρόμια να έχω να περπατάω, να έχω φως να μην πέφτω στην τρύπα της πολυκατοικίας, να τα προστατεύουν για να μην ανεβαίνουν τα αυτοκίνητα πάνω και μετά ας φτιάξουν ποδηλατόδρομο».

Για τον κ. Καλαντίδη είναι σαφέστατα ζήτημα προτεραιότητας, το πεζοδρόμιο είναι για όλους, ενώ το ποδήλατο για συγκεκριμένο κόσμο.

Tags:
γειτονιές, πεζόδρομοι, χωροταξία, ποδηλατόδρομος, πολεοδομία, Άρης Καλαντίδης, Αθήνα
ΠΡΟΤΥΠΑ ΚΟΙΝΟΤΗΤΑΣΣΥΖΗΤΗΣΗ
ΣΧΟΛΙΑΣΜΟΣ ΜΕΣΩ FACEBOOKΣΧΟΛΙΑΣΜΟΣ ΜΕΣΩ SPUTNIK