07:42 23 ΑΠΡΙΛΙΟY 2019
Ο σκηνοθέτης Γιώργος Λάνθιμος

Ο Λάνθιμος, τα Όσκαρ και το «χειμαζόμενο» μέλλον του ελληνικού κινηματογράφου

© AFP 2019 / Anne-Christine Poujoulat
ΕΛΛΑΔΑ
Λήψη σύντομου url
Ματθαίος Παπαοικονόμου-Σιδέρης
130

Ο δρόμος του Λάνθιμου προς τη διεθνή καταξίωση πέρασε από τηλεοπτικές διαφημίσεις, βίντεο κλιπ, ακόμη και την τελετή έναρξης και λήξης των Ολυμπιακών Αγώνων της Αθήνας. Ο ελληνικός κινηματογράφος έχει άραγε κάτι να κερδίσει από την επιτυχία του σκηνοθέτη;

Πλώρη για Όσκαρ το 2019 βάζει ο Γιώργος Λάνθιμος, καθώς η τελευταία του ταινία «The Favourite» ή «Η Ευνοούμενη» σάρωσε κυριολεκτικά στις υποψηφιότητες για τα βραβεία της Αμερικανικής Ακαδημίας. Η νέα ταινία του Έλληνα σκηνοθέτη είναι υποψήφια για συνολικά 10 Όσκαρ, ισοψηφώντας μόνο με το «Ρόμα».

Αναμφισβήτητα, μια σπουδαία διάκριση για τον Έλληνα δημιουργό, που ξεκίνησε γυρίζοντας βίντεο κλιπ του Σάκη Ρουβά και της Δέσποινας Βανδή, βρέθηκε στον «σκληρό πυρήνα» του λεγόμενου «Greek Weird Wave» σινεμά και τελικά διέπρεψε στο εξωτερικό. Ταυτόχρονα, βέβαια, και στοίχημα για τον ελληνικό κινηματογράφο να αξιοποιήσει αυτή την επιτυχία, την ώρα που το οπτικοακουστικό τοπίο στη χώρα περιγράφεται με μελανά χρώματα από την Μαρία Κομνηνού, πρόεδρο της Ταινιοθήκης της Ελλάδος και καθηγήτρια στο ΕΚΠΑ που μίλησε στο Sputnik για τον Λάνθιμο, την καλλιτεχνική του ταυτότητα, αλλά και για το παρόν και το μέλλον του εγχώριου κινηματογράφου.

Η επαγγελματική πορεία του Γιώργου Λάνθιμου

Ο Γιώργος Λάνθιμος σίγουρα δεν ήταν γεννημένος σκηνοθέτης. Αντίθετα, στα γονίδιά του είχε το μπάσκετ καθώς όπως και ο πατέρας του, έτσι και ο νεαρός Γιώργος έπαιξε επαγγελματικά στην ομάδα του Παγκρατίου. Ας σημειωθεί ότι σε ένα άσχημο παιχνίδι της μοίρας, ο Αντώνης Λάνθιμος έφυγε από τη ζωή την Παρασκευή, λίγες μόνο μέρες μετά την επιτυχία του παιδιού του με τις οσκαρικές υποψηφιότητες.

Η καλλιτεχνική κλίση του γεννημένου το 1973 Γιώργου Λάνθιμου εκδηλώνεται και επιλέγει να σπουδάσει σκηνοθεσία κινηματογράφου στη Σχολή Σταυράκου.

Η δεκαετία του '90 βρίσκει τον Γιώργο Λάνθιμο να εργάζεται στη διαφήμιση, με ορισμένες από τις δουλειές του να σημειώνουν επιτυχία και τα σλόγκαν να αφήνουν εποχή.

Παράλληλα, σκηνοθετεί και σε βίντεο κλιπ επιτυχιών όπως του Ρουβά και της Βανδή, με χαρακτηριστικό στυλιζάρισμα.

Είχε προλάβει να κάνει κι ένα πέρασμα από την τηλεόραση και συγκεκριμένα από τη σειρά «Δέκα Mικροί Mήτσοι» ως βοηθός σκηνοθέτη του Λάκη Λαζόπουλου, με τον οποίο θα συνεργαστεί ξανά στη σκηνοθεσία της πρώτης του ουσιαστικά μεγάλου μήκους ταινίας, τον «Καλύτερο μου φίλο», η οποία κυκλοφορεί το 2001.

Έχοντας ήδη ασχοληθεί με τη σκηνοθεσία videodance, καθώς και θεατρικών έργων, το 2004 βρίσκει τον δημιουργό να συμμετέχει στη δημιουργική ομάδα που σχεδίασε την τελετή έναρξης και λήξης των Ολυμπιακών Αγώνων της Αθήνας.

Έναν χρόνο αργότερα σκηνοθετεί την «Κινέττα» η οποία βάζει για τα καλά τον Λάνθιμο στον χώρο του λεγόμενου καλλιτεχνικού σινεμά. Η «Κινέττα» προβάλλεται σε διεθνή φεστιβάλ και αποσπά υποψηφιότητα στο Φεστιβάλ Θεσσαλονίκης.

Ο «Κυνόδοντας» και η διεθνής καριέρα

Επόμενος σταθμός το 2009 και η ταινία «Κυνόδοντας», η οποία σαρώνει στα ελληνικά και ξένα φεστιβάλ. Κερδίζει, μεταξύ άλλων, το βραβείο «Ένα κάποιο βλέμμα» στις Κάνες και είναι υποψήφια για Όσκαρ καλύτερης ξενόγλωσσης ταινίας.

Την εποχή εκείνη ανθεί το «Greek Weird Wave», ένα μάλλον «περίεργο» σινεμά για το ευρύ κοινό, με ιδιαίτερη θεματολογία και τη θεματική της οικογένειας να μπαίνει στο μικροσκόπιο των δημιουργών.

«Η έννοια του weird wave με τις ταινίες του Λάνθιμου, τη "Στρέλλα" ή το "Attenberg" στηρίζονταν πάρα πολύ σε αυτό που θα μπορούσαμε να πούμε "ανεστραμμένα οιδιπόδεια σενάρια"», εξηγεί η Μαρία Κομνηνού.

Ακολουθούν οι «Άλπεις» το 2011 και πλέον ο Έλληνας σκηνοθέτης στρέφεται στο εξωτερικό. Το 2015 κυκλοφορεί η πρώτη ξενόγλωσση ταινία, ο «Αστακός» με την παρουσία μεγάλων ονομάτων από το διεθνές κινηματογραφικό στερέωμα καθώς πρωταγωνιστούν οι Κόλιν Φάρελ και Ρέιτσελ Βάις. Με πολλές υποψηφιότητες για άλλη μια φορά, η ταινία κερδίζει τελικά το Βραβείο Κριτικής Επιτροπής στο Φεστιβάλ των Καννών.

Ο Κόλιν Φάρελ πρωταγωνιστεί και στην επόμενη ταινία του δημιουργού, αυτή τη φορά έχοντας στο πλάι του την Νικόλ Κίντμαν. Η ταινία τιτλοφορείται «Ο θάνατος του ιερού ελαφιού» σε μια ξεκάθαρη αναφορά στην αρχαία τραγωδία της Ιφιγένειας.

Πριν καν συμπληρωθούν δύο χρόνια, κυκλοφορεί και η τελευταία του ταινία, «The Favourite». Βασίζεται στην αληθινή ιστορία της Βασίλισσας Άννα, της τελευταίας των Στιούαρτ, που ανεβαίνει στον θρόνο τη στιγμή που η Βρετανία γίνεται παγκόσμια δύναμη. Η ταινία εστιάζει στη σχέση της Άννας με δύο άλλες γυναίκες, τη σύμβουλο και επιστήθια φίλη της, λαίδη Σάρα καθώς και την απένταρη ξαδέρφη της. Η «Ευνοούμενη» έκανε πρεμιέρα στις 30 Αυγούστου 2018 στο Φεστιβάλ της Βενετίας, όπου απέσπασε βραβεία και πλέον μένει να φανεί εάν θα γράψει Ιστορία και στα Όσκαρ.

Την πορεία του Γιώργου Λάνθιμου συνοψίζει η κ. Κομνηνού, αναφέροντας ότι «είναι από τους σημαντικότερους εκπροσώπους αυτού που ονομάστηκε weird wave κι αφού είχε μια πολύ επιτυχημένη καριέρα στην Ελλάδα και ανοίχτηκε στο εξωτερικό — έχοντας πάρει μεγάλα διεθνή βραβεία — γνωρίζει σήμερα μια μετεωρική άνοδο, συνεργαζόμενος με σημαντικούς σεναριογράφους και ηθοποιούς από τον αγγλικό χώρο, γεγονός που του επιτρέπει να φτάσει σε μια πολύ δυνατή, παγκόσμια καριέρα».

Στο ερώτημα εάν ο Λάνθιμος έπρεπε να απομακρυνθεί από το «weird wave» και να κινηθεί σε έναν πιο mainstream κινηματογράφο για να κερδίσει οσκαρικές διακρίσεις, η καθηγήτρια του ΕΚΠΑ απαντά αρνητικά. «Τόσο ο Αστακός, αλλά και το Favourite, με την ίδια καινοτόμα και ανατρεπτική ματιά, στρέφονται σε ζητήματα όπως οι δυστοπίες του μέλλοντος ή οι ιστορικές περίοδοι που βλέπει με έναν ανατρεπτικό και εικονοκλαστικό τρόπο», εξηγεί, προσθέτοντας ότι πρόκειται για ένα σκηνοθέτη «εξελισσόμενο και δυναμικό» ο οποίος «ανοίγει τη ματιά και το ρεπερτόριό του σε μια άλλη θεματολογία».

Η ίδια θεωρεί ότι ο Λάνθιμος «ακολουθεί έναν κινηματογράφο καλλιτεχνικό και προσωπικό» κάτι που συνεχίζει να κάνει και στα τελευταία του έργα.

Τι κερδίζει ο ελληνικός κινηματογράφος από τον Λάνθιμο;

Παρά τα εγκωμιαστικά σχόλια για τον Έλληνα κινηματογραφιστή, η κ. Κομνηνού εμφανίζεται πιο επιφυλακτική για τα ενδεχόμενα οφέλη που φέρνει η επιτυχία του στον ελληνικό κινηματογράφο. Υπενθυμίζει το παράδειγμα του Μιχάλη Κακογιάννη και τον «Ζορμπά», τη δεκαετία του '60, που όπως λέει «είχε σπάσει τα όρια της Ελλάδας και είχε κάνει μια πολύ μεγάλη επιτυχία». Ωστόσο, «δεν οδήγησε στην αντίστοιχη ανάπτυξη του ελληνικού κινηματογράφου».

«Ο ελληνικός κινηματογράφος, παρά τους σημαντικούς δημιουργούς, έχει ακόμη να διανύσει πολλά βήματα γιατί οι θεσμοί υποστήριξης είναι αδύνατοι. Υπάρχει μόνο μία σχολή κινηματογράφου στο ελληνικό πανεπιστήμιο και παράλληλα είναι πολύ αδύνατη η σύνδεση (σ.σ. του κινηματογράφου) με την πρωτοβάθμια και δευτεροβάθμια παιδεία».

Στην παρατήρηση ότι προηγούμενες ταινίες του Λάνθιμου, μέχρι και τον «Αστακό», έλαβαν χρηματοδότηση από το Ελληνικό Κέντρο Κινηματογράφου, η κ. Κομνηνού απαντά καταφατικά, αλλά σπεύδει να επισημάνει ότι «η Ελλάδα δεν αξιοποίησε τις τεράστιες δυνατότητες που της δόθηκαν από την Ε.Ε. και ιδιαίτερα την περίοδο που τα κράτη (μέλη) ήταν πολύ λιγότερα».

Η Ελλάδα βρίσκεται «σήμερα σε μια περίοδο τεράστιου ανταγωνισμού με χώρες με ισχυρή παράδοση, όπως η Πολωνία και η Ρουμανία» και είναι «σε μια αδύναμη θέση διότι από το '81 δεν έκανε συστηματική δουλειά βάσης».

Ειδικά για την περίπτωση της επιτυχία των δημιουργών του «weird wave», όπως είναι ο Λάνθιμος, υπενθυμίζει ότι «όλοι οι εκπρόσωποι του weird wave λειτουργούν σήμερα εκτός Ελλάδας» καθώς η χώρα «δεν επωφελήθηκε να δημιουργήσει ρωμαλέους θεσμούς».

«Σήμερα ο κλάδος του οπτικοακουστικού είναι ο πλέον χειμαζόμενος κλάδος στην Ελλάδα», υπογραμμίζει η κ. Κομνηνού και επισημαίνει ότι οι ευνοϊκές συνθήκες «δε δημιουργούνται μέσα σε έξι μήνες ή από το ένα βραβείο στο άλλο».

Ερωτηθείσα τι πρέπει να κάνουμε για να «εκμεταλλευτούμε» την επιτυχία του Λάνθιμου, απαντά: «Σοβαρότητα και υποδομές που δε θα είναι ευκαιριακές ούτε "πανηγυριώτικες"».

Παρά όμως, το ζοφερό αυτό τοπίο, η Ελλάδα δικαιούται να πανηγυρίσει για τις 10 υποψηφιότητες;

«Φυσικά», απαντά η κ. Κομνηνού και συμπληρώνει: «κι ας ελπίσουμε να βγάλει τα σωστά συμπεράσματα. Ότι δηλαδή είναι πολύ σοβαρό ζήτημα οι πολιτικές για τον οπτικουαστικό χώρο και (το γεγονός) δεν προσφέρεται για πανηγυριώτικες ανακοινώσεις σε φεστιβάλ. Θέλει δουλειά σε βάθος».

Κλείνοντας, τη ρωτήσαμε εάν η Ταινιοθήκη της Ελλάδας σχεδιάζει κάτι με αφορμή την τελευταία επιτυχία του Λάνθιμου. «Πάντα η Ταινιοθήκη προβάλει τον ελληνικό κινηματογράφο: από το 1923 και την πρώτη σωζόμενη ταινία ("Οι περιπέτειες του Βιλλάρ")μέχρι τον 21ο αιώνα και τις ταινίες σκηνοθετών όπως ο Λάνθιμος, ο Αναστόπουλος, η Θεοδωράκη, ο Σακαρίδης, αλλά και νεότερων δημιουργών. Αυτή τη στιγμή κάνουμε ένα αφιέρωμα στην Ταινιοθήκη της Πορτογαλίας. Εγώ είμαι ενάντια στην αντίληψη ότι θα "εκμεταλλευτούμε" τον Λάνθιμο. Η δουλειά μας είναι σε βάθος και με στόχο οι Ταινιοθήκες — που είναι πάνω από 100 που συνεργαζόμαστε στο πλαίσιο των διεθνών κινηματογραφικών αρχείων — να έχουν μια συνεχή επαφή με τον ελληνικό κινηματογράφο», αναφέρει η κ. Κομνηνού.

Αναγνωρίζει όμως ότι «η μεγάλη επιτυχία του Λάνθιμου σίγουρα βοηθάει γιατί τέτοιες εκδηλώσεις αναζωπυρώνουν το ενδιαφέρον, όπως παλιά συνέβαινε και με τις βραβεύσεις του Αγγελόπουλου».

Σχετικά:

Φεστιβάλ Βενετίας: Βραβείο Κριτικής Επιτροπής για το The Favourite στον Λάνθιμο
Tags:
ταινίες, σινεμά, The Favourite, κινηματογράφος, ταινία, Όσκαρ 2019, Όσκαρ, Ελληνικό Κέντρο Κινηματογράφου, Ταινιοθήκη της Ελλάδος, Μαρία Κομνηνού, Γιώργος Λάνθιμος
ΠΡΟΤΥΠΑ ΚΟΙΝΟΤΗΤΑΣΣΥΖΗΤΗΣΗ
ΣΧΟΛΙΑΣΜΟΣ ΜΕΣΩ FACEBOOKΣΧΟΛΙΑΣΜΟΣ ΜΕΣΩ SPUTNIK