03:36 21 ΣΕΠΤΕΜΒΡΙΟY 2019
Ο Αλέξανδρος Σταυρακάκης

Αλέξανδρος Σταυρακάκης: Ο Έλληνας βαθύφωνος που κατέκτησε την παγκόσμια σκηνή της όπερας

© Φωτογραφία: Facebook/Mihai Cosma
ΕΛΛΑΔΑ
Λήψη σύντομου url
Από
0 70
Βρείτε μας

To Sputnik συνομιλεί με έναν καλλιτέχνη, ο οποίος πριν από λίγες ημέρες απέσπασε τη σημαντικότερη διάκριση στον χώρο της Όπερας. Ιστορίες γεμάτες μουσική, από έναν βαθύφωνο που περπατά σε αξιοσημείωτα μονοπάτια εντός και εκτός πενταγράμμου.

Η διεύθυνση e-mail του, έχει κάτι από το έργο και το όνομα του Πολωνού συνθέτη Σοπέν, κάτι που κάποιος, ενδεχομένως, να χαρακτήριζε και παράξενο.

Στην πραγματικότητα όμως, αυτό είναι τουλάχιστον λογικό, για έναν άνθρωπο που στα 30 του κατόρθωσε να επιβληθεί σε διεθνές επίπεδο, έχοντας ως όχημα όχι μόνο την κλασική μουσική, αλλά κυρίως τη φωνή του. 

Πρόκειται για τον Έλληνα βαθύφωνο Αλέξανδρο Σταυρακάκη, που στο τέλος Ιουνίου κατέκτησε τη μεγαλύτερη νίκη στον χώρο της Όπερας, κερδίζοντας τον 16ο Διεθνή Διαγωνισμό Τσαϊκόφσκι, παγκοσμίας εμβέλειας.

Η νίκη αυτή έχει τεράστια σημασία καθώς είναι η πρώτη φορά που Έλληνας καλλιτέχνης έφτασε στον τελικό και πήρε βραβείο στο συγκεκριμένο διαγωνισμό. Αναμετρήθηκε με 230 μουσικούς που εκπροσώπησαν πάνω από 30 χώρες, από τη Ρωσία εως τις ΗΠΑ και όλα σχεδόν τα κράτη της Ευρώπης. 

«Κατόρθωσα να υλοποιήσω ένα παιδικό όνειρο. Ακόμα δεν το έχω συνειδητοποιήσει. Εκείνες τις ημέρες κοιμόμουν ελάχιστα, ενώ μεταφερόμουν με τραίνο από Μόσχα σε Αγία Πετρούπολη, σε όλες τις φάσεις του διαγωνισμού κάτι το οποίο δεν άφηνε το μυαλό να ξεκουραστεί. Νυχτερινά ταξίδια με ελάχιστο ύπνο από τις πρόβες στις διάφορες φάσεις του διαγωνισμού, μια κατάσταση που απαιτούσε να είμαστε σε εγρήγορση, ώστε να ανταπεξέλθουμε», περιγράφει μεταξύ άλλων στο Sputnik ο βραβευμένος Έλληνας βαθύφωνος.

Στη Ρωσία, ο συγκεριμένος διαγωνισμός αντιμετωπίζεται ως «θησαυρός» του εθνικού μουσικού πολιτισμού. Η διεξαγωγή του κάθε τέσσερα χρόνια συνιστά ένα από τα σημαντικότερα γεγονότα της κοινωνικής και πολιτιστικής ζωής της χώρας, τους «Ολυμπιακούς αγώνες της κλασικής μουσικής».

Ένα από τα επόμενα σημαντικά βήματα είναι ότι θα δημιουργήσει μια νέα ελληνορωσική συνεργασία την ερχόμενη άνοιξη, όταν θα συνεργαστεί με τη Φιλαρμονική Ορχήστρα της Αγίας Πετρούπολης.

«Το γεγονός αυτό, είναι κυκλωμένη ημερομηνία στο ημερολόγιο, από τότε που έμαθα ότι θα συμβεί». 

Η συνεργασία δεν κλείστηκε από κάποιον μάνατζερ, όπως μας λέει, αλλά τα πράγματα ήρθαν κάπως πιο φυσικά, από μόνα τους. 

«Οι προτάσεις γίνονται πολλές φορές από τις ακροάσεις στις οποίες συμμετέχω. To θέατρο Μπολσόι με άκουσε στον διαγωνισμό Ηans Gabor Belvedere. Η casting director του Μπολσόι, την οποία ευχαριστώ θερμά, με σύστησε στον μαέστρο κ. Βεντέρνικοφ, που θα έκανε μια παραγωγή στο θέατρο Μιχαηλόφσκι στην Αγ. Πετρούπολη. Μου ζήτησε να κάνω την ηχογράφηση μιας Άριας από ένα συγκεριμένο έργο, που γνώριζα πολύ καλά. Μόλις την άκουσε, μου είπε ότι θα κάνουμε μαζί την παράσταση. Εκείνη τη στιγμη ήθελα να ανοίξω σαμπάνιες από τη χαρά μου», τονίζει ο βραβευμένος βαθύφωνος. 

Το ξεκίνημα 

Ερωτηθείς για ποιό λόγο διάλεξε να ασχοληθεί με το σπάνιο είδος της κλασικής μουσικής, μας απαντά: «Πρακτικά ήταν δύσκολο να ξεφύγω από τον κόσμο της κλασικής μουσικής. Η μητέρα μου είναι ελληνορωσίδα καθηγήτρια πιάνου, γεννήθηκε και μεγάλωσε στη Μόσχα, όπου έκανε τις βασικές σπουδές του πιάνου. Ο πατέρας μου ήταν έκτακτος χορωδός στη χορωδία της Eθνικής Λυρικής Σκηνής και γενικότερα τραγουδούσε, ως βαρύτονος. Εκείνος με πήγε πρώτη φορά στη λυρική σκηνή σε ηλικία 6 ετών για να δω μια όπερα. Εκεί μαγεύτηκα κυριολεκτικά. Το ελκυστικότερο στοιχείο για εμένα στην όπερα δεν είναι η μουσική αλλά ο συνδυασμός θεάτρου και μουσικής.  Εισήλθα στον κόσμο της όπερας με σκηνοθεσίες που ήταν απόλυτα συνυφασμένες με έναν παραμυθένιο κόσμο και αυτό με μάγεψε.

Ξεκίνησα μαθήματα πιάνου με τη μητέρα μου ακριβώς στην ίδια ηλικία, όπου πρέπει να πω ότι δεν είχα και το μεγαλύτερο ταλέντο. Μπορεί στη Ρωσία να είναι απόλυτα λογικό να ξεκινήσει ένα παιδί στα 3 του να κάνει πιάνο, ωστόσο εγώ ξεκίνησα στα έξι, χωρίς κάποιο ιδιαίτερο ταλέντο ή θέληση. Αντίθετα, το τραγούδι μου άρεσε εξ αρχής πολύ σαν ιδέα και γύρω στα 7 μπήκα στην παιδική χορωδία του Τρίτου Προγράμματος Ελληνικής Ραδιοφωνίας και στα 9 στην παιδική χορωδία «Μανώλης Καλομοίρης» η οποία συνεργαζόταν με την Εθνική Λυρική Σκηνή».

Το δίλημμα

«Σαν έφηβος όταν έπρεπε να σταματήσω να τραγουδάω από τις παιδικές χορωδίες λόγω μεταφώνησης δεν μπορούσα να διανοηθώ ότι δεν θα κάνω τίποτα που να έχει σχέση με τη μουσική. Τότε ξεκίνησα να παίζω κρουστά. Έπαιζα ντραμς σε συγκροτήματα, κλασικό και progressive rock αλλά και blues, ενω έκανα παράλληλα σπουδές κλασικού τραγουδιού. Μια κορυφαία εμπειιρία καθώς με ένα από αυτά τα συγκροτήματα είχαμε γίνει μια μουσική οικογένεια. Κάποια στιγμή έπρεπε να αποφασίσω αν θα έπρεπε να ακολουθήσω αυτήν την πορεία μέσα στα συγκροτήματα ή να ασχοληθώ πιο σοβαρά με το τραγούδι. 

Είχα την πρόταση από ένα συγκρότημα που πήγαινε Αγγλία, έκανε διάφορα δισκογραφικά και το σκεφτόμουν. Τότε ήμουν στον τρίτο χρόνο μαθημάτων κλασικού τραγουδιού στην τάξη της Δέσποινας Καλαφάτη, στο Ωδείο Αθηνών.

Πήγα να της ζητήσω τη συμβουλή της. Είναι ένας άνθρωπος πολύ διορατικός και εξαιρετικά οξυδερκής. Ήξερε να σου δώσει την κατεύθυνση που εκείνη θεωρούσε σωστή χωρις να πάρει απαραιτήτως θέση. Όταν της εξέθεσα τους προβληματισμούς μου με συμβούλεψε να πάω για μια ακρόαση στη λυρική σκηνή. Την άκουσα, πήγα καλά και άφησα την μπάντα».

Οι ευκαιρίες

Αναφορικά με τις ευκαιρίες που μπορεί να δημιουργήσει μια τέτοια νίκη, όπως αυτή που πέτυχε, αναφέρει ότι συζητιούνται ήδη κάποιες προτάσεις.

«Επιδιώκω όμως να διατηρώ έναν αργό ρυθμό. Σαν μπάσος στα 30 μου θεωρούμαι ακόμα μωρό.

Η φωνή μας αλλάζει, ωριμάζει και σταθεροποιείται στα 35 μας. Το χρώμα μας παίρνει την οριστική του μορφή κοντά στα 40 μας. Οπότε θέλω να έχω συγκεκριμένους ρόλους πριν από κάποια ηλικία.

Άλλωστε οι ρόλοι που καλείται να υποδυθεί ενας μπάσος, είναι μεσήλικες και ηλικιωμένοι, οπότε μάλλον δεν χρειάζεται να βιάζομαι. Θα αρνιόμουν ένα καλό ρόλο με το κριτήριο ότι είναι νωρίς να τον κάνω, ώστε να προστατέψω τη φωνή μου, το λαιμό μου. Θεωρώ ότι μπορεί να έρθει αργότερα». 

Για τέσσερα χρόνια δούλεψε σε δισκάδικο με κλασική μουσική, ως πωλητής. 

«Το ελληνικό κοινό πάντα έδειχνε αγάπη προς τη ρωσική κλασική μουσική και αυτό φαίνεται από τους πελάτες που είχαμε. Το είδα πολύ καθαρά. Θα είχε απήχηση στο κοινό της Αθήνας μια ελληνορωσική παραγωγή κλασικής μουσικής. Όταν έρχονται καλλιτέχνες του θεάτρου Μπολσόι στην Αθήνα για παραστάσεις, δημιουργείται μεγάλη συζήτηση γύρω από αυτούς και το κοινό ανακαλεί στη μνήμη του αυτήν την εμπειρία, με μεγάλο θαυμασμό». 

Συνεργασία Ελλάδας- Ρωσίας στον τομέα της όπερας

Τον ρωτήσαμε αν υπάρχει πρόσφορο έδαφος μια ελληνορωσικής συνεργασίας στο κομμάτι της κλασικής μουσικής και μας απάντησε:

«Αν με ρωτάγατε πριν από τρια χρόνια θα έλεγα ότι δεν μπορεί να γίνει τίποτα λόγω της κατάστασης στο ελληνικό οπερατικό γίγνεσθαι. Σήμερα, που υπάρχει το καινούργιο ίδρυμα Σταύρος Νιάρχος, όπου βρίσκεται πλέον η Εθνική Λυρική Σκηνή, η Όπερά μας έχει τις δυνατότητες για παραγωγές υψηλού επιπέδου, με τις καινούργιες εγκαταστάσεις. Πλέον, αρχίζει να απλώνεται μια καινούρια, καλύτερη φήμη για τη λυρική μας. Αν η ΕΛΣ κάνει κινήσεις προς κάποιο ρωσικό θέατρο, τότε όλα είναι εφικτά ειδικά μετά τις δύο ρωσικές όπερες που ανέβασε σε μία τριετία. Φέτος έκανε συμπαραγωγή με το Κόβεντ Γκάρντεν του Λονδίνου, οπότε γιατί όχι και με το Μπολσόι, το Μαρίνσκι, με το Μιχαήλοφσκι και με το Περμ όπου βρέθηκε και ο διεθνούς φήμης Έλληνας μαέστρος Θεόδωρος Κουρεντζής». 

O Αλέξανδρος Σταυρακάκης
O Αλέξανδρος Σταυρακάκης

 

Αγάπη για τη Ρωσία

Μόσχα ή Αγία Πετρούπολη, είναι το ερωτημά μας.

«Δεν έχω προλάβει λόγω χρόνου, να δω όσα θέλω. Η Μόσχα είναι μια επιβλητική, μεγάλη, λίγο βαριά πόλη. Η Αγία Πετρούπολη είναι πιο φωτεινή, πιο αριστοκράτισσα και πιο ευχάριστη σαν ατμόσφαιρα».

«Βέβαια στην πρώτη πήγα σε χειμωνιάτικο καιρό, ενώ στην Αγία Πετρούπολη είχε έρθει το καλοκαίρι», προσθέτει.

Αγαπάει οτιδήποτε έχει να κάνει με το ρωσικό στυλ: «Ακόμα και τα μαχαιροπήρουνα, για παράδειγμα, ο τρόπος με τον οποίο είναι σκαλισμένα. Οτιδήποτε έχει να κάνει με τέχνη και με κλασική μουσική. Και ειδικά τους καλλιτέχνες της κλασικής μουσικής, γιατί οι Ρώσοι στήριξαν οτιδήποτε έχει να κάνει με τον μπάσο, λάτρεψαν τη φωνή του βαθύφωνου, περισσότερο από όλους τους άλλους και για αυτό και υπάρχει μεγάλο ρεπερτόριο. Μεγάλο θαυμασμό έχω και για τους Ρώσους πιανίστες».

Καθημερινό πρόγραμμα

Από το 2018 είναι μέλος της Semperoper, της Όπερας της Δρέσδης, όπου ήδη έχει εμφανιστεί σε κορυφαίους ρόλους. Το πρόγραμμα του στη Δρέσδη είναι σπίτι- όπερα, όπερα - σπίτι, μας λέει. «Δεν έχουμε όμως συγκεκριμένο πλάνο. Το τι έχω να κάνω κάθε μέρα το μαθαίνω το μεσημέρι της προηγούμενης. Μπορεί να υπάρχουν μέρες χωρίς καθόλου πρόβα, αλλά και μέρα με επτά ώρες πρόβα. Την ίδια στιγμή μας εξηγεί την ειδοποιό διαφορά της κατάστασης από την Ελλάδα. «Οι ρυθμοί είναι καλοί, δεν είναι εξαντλητικό να δουλεύει κανείς στο συγκεκριμένο θέατρο. Δουλεύεις με δυνατούς πιανίστες, μαθαίνεις ρόλους και υπάρχει εξαιρετικό συναδελφικό κλίμα, πέρα από το πολύ υψηλό καλλιτεχνικό επίπεδο».

«Δεν υπάρχουν έχθρες και κουβέντες πίσω από την πλάτη, όπως συμβαίνει πολλές φορές στον καλλιτεχνικό χώρο και όχι μόνο. Ένα τόσο μεγάλο θέατρο μπορεί να ικανοποιήσει σε πολύ μεγάλο βαθμό όλους τους συμμετέχοντες. Όταν το δικό σου πιάτο είναι γεμάτο τότε δεν κοιτάς να φας από το πιάτο του διπλανού. Κάτι το οποίο είναι μάλλον δύσκολο να γίνει στην Ελλάδα, (σ.σ να ικανοποιηθούν όλοι), καθότι έχουμε μόνο ένα θέατρο στο οποίο πρέπει να τραγουδήσει όλη η χώρα».    

Διαγωνισμός και καλλιτέχνης

Το 2016 κέρδισε τον 3ο Διαγωνισμό Βάγκνερ στη Λειψία. «Το έκανα για να υποστηρίξω τις σπουδές μου στη Γερμανία. Ήθελα μια μορφή υποτροφίας γιατί τότε σπούδαζα στην ακαδημία της Δρέσδης. 

Πέρυσι το καλοκαίρι πήρε μέρος σε διαγωνισμό ως προπόνηση για τα νεύρα του, την αντοχή του και για το οπως θα ανταπεξέλθει σε έναν διαγωνισμό τόσο μεγάλο όσο ο Τσαϊκόφσκι.

«Ο διαγωνισμός Τσαϊκόφσκι ήταν μια ξεχωριστή εμπειρία με τον τρόπο που τη βίωσα. Ο κόσμος ζει και αναπνέει για αυτό. Οι άνθρωποι της οργανωτικής επιτροπής δεν είναι τεχνοκράτες. Τους ενδιέφερε ο καλλιτέχνης να τον γνωρίσουν, να τον βοηθήσουν και να τον καταλάβουν σε οποιοδήποτε ζήτημα, καθώς πολλοί από αυτούς είναι πραγματικοί καλλιτέχνες οπότε είχαν αντίληψη των καταστάσεων.

Είμαι κάθετα αντίθετος με την έννοια μουσικός διαγωνισμός. Θεωρώ ότι η πλειοψηφία των διαγωνισμών, ειδικά σήμερα, δεν έχουν να κάνουν με τέχνη. Δεν εστιάζουν στο ποιος είναι περισσότερο καλλιτέχνης, κάτι το οποίο έχει περάσει σε δεύτερη μοίρα. Το ίδιο πίστευαν και όλοι οι μεγάλοι παιδαγωγοί της Σοβιετικής Ένωσης. Παρ όλα αυτά ο Διαγωνισμός Τσαϊκόφσκι για εμένα αποτελούσε κάτι πραγματικό και ξεχώριζε λόγω της ιστορίας του, της κληρονομιάς του, των καλλιτεχνών που ήταν κριτές και όσων διακαρίθηκαν σε αυτόν. Ακριβώς για το λόγο ότι είχε καλλιτεχνικά κριτήρια και όχι επαγγελματικά. Έχω μεγαλώσει με ηχογραφήσεις όσων έχουν βγει από το Διαγωνισμό Τσαϊκόφσκι».

Το Ωδείο Αθηνών για την πορεία του

Οι άνθρωποι που παρακολούθησαν βήμα βήμα την εξελιξή του στη διάρκεια των σπουδών του στο Ωδείο Αθηνών μίλησαν στο Sputnik. 

«Από μικρή ηλικία έδειχνε προς τα που πάει, γιατί είναι πολύ αφοσιωμένος σε αυτό που κάνει. Έχει δουλέψει πολύ, έχει τεράστια φυσικά προσόντα, αλλά δεν επαναπάυτηκε σε αυτό. Του αξίζει εκεί που έφτασε και έχει να φτάσει ακόμα πιο ψηλά», επισημαίνει η καθηγήτρια του Δέσποινα Καλαφάτη.

«Τον γνώρισα όταν ανέλαβα διευθυντής του Ωδείου Αθηνών και εκτίμησα όχι μόνο τη φωνή του αλλά και την πολυπλευη προσωπικότητα του. Από τότε έδειχνε εντυπωσιακή ωριμότητα. Αφού αποφάσισε να συνεχίσει τις σπουδές και τη σημαντική πορεία του στο εξωτερικό, ο διαγωνισμός στον οποίο πέτυχε αυτήν την πρωτοφανή διάκριση για Ελληνα θα επιταχύνει τη σημαντική καλλιτεχνική πορεία που σημειώνει αυτή τη στιγμή στη Δρέσδη. Μας τιμάει που πέρασε ένας τέτοιος άνθρωπος και καλλιτέχνης από το Ωδείο Αθηνών», αναφέρει ο Νίκος Αθηναίος, διευθυντής του Ωδείου Αθηνών.

Tags:
Συνέντευξη, καλλιτέχνης, βραβείο, νίκη, Διαγωνισμός Τσαϊκόφσκι, μουσική, όπερα, Αλέξανδρος Σταυρακάκης
ΠΡΟΤΥΠΑ ΚΟΙΝΟΤΗΤΑΣΣΥΖΗΤΗΣΗ
ΣΧΟΛΙΑΣΜΟΣ ΜΕΣΩ FACEBOOKΣΧΟΛΙΑΣΜΟΣ ΜΕΣΩ SPUTNIK