22:01 21 ΝΟΕΜΒΡΙΟY 2019
Φεστιβάλ Κινηματογράφου Θεσσαλονίκης

Γιώργος Αρβανίτης στο Sputnik: Χρειάζεται εθνικό στρατηγικό σχέδιο για τον κινηματογράφο

© Φωτογραφία : Konstantinos Tsakalidis / SOOC
ΕΛΛΑΔΑ
Λήψη σύντομου url
Από
0 10
Βρείτε μας

Ο πρόεδρος του Φεστιβάλ Κινηματογράφου Θεσσαλονίκης, Γιώργος Αρβανίτης, μίλησε στο Sputnik, για τον ελληνικό κινηματογράφο, τις συνδρομητικές πλατφόρμες streaming, αλλά και το πόσο δύσκολο είναι να γίνει η Ελλάδα το «Χόλυγουντ της Ευρώπης».

Η συνάντηση στη Θεσσαλονίκη με τον διεθνώς καταξιωμένο, πολυβραβευμένο διευθυντή φωτογραφίας και πρόεδρο του Φεστιβάλ Κινηματογράφου Θεσσαλονίκης, Γιώργο Αρβανίτη είχε το γνώριμο για τον ίδιο, Αγγελοπουλικό τοπίο: Ομίχλη. Ήταν το πρώτο που σχολιάσαμε με τον κ. Αρβανίτη να χαμογελά πλατιά.

Ο σκηνοθέτης Θόδωρος Αγγελόπουλος με τον οποίο δούλεψε πολλά χρόνια μαζί του, τον σημάδεψε όπως λέει ο ίδιος. Σταμάτησε να δουλεύει μαζί του όταν συγκρούστηκαν και διαπίστωσε ότι «με πείραξαν κάποια πράγματα». Παραδέχεται ότι του λείπει η Ελλάδα, όμως, με θλίψη λέει η κρίση δεν μας έκανε καλύτερους.

Όσον αφορά την ταινία του Κ. Γαβρά, στην οποία ήταν διευθυντής φωτογραφίας, «Ενήλικες στο δωμάτιο», λέει ότι οι θεατές στο εξωτερικό αντιλήφθηκαν πως η ταινία δείχνει «την αντιμετώπιση της Ευρώπης απέναντι στην Ελλάδα», ενώ στην Ελλάδα διαφωνούμε για τα πολιτικά.

«Αιωνίως θα τσακωνόμαστε και δεν θα τελειώσει ποτέ αυτός ο τσακωμός γιατί το DNA του διχασμού το έχουμε μέσα μας» σημειώνει χαρακτηριστικά.

Γιώργος Αρβανίτης
© Sputnik /
Γιώργος Αρβανίτης

Δηλώνει λάτρης των ταινιών χωρίς εφέ και θεωρεί ότι οι ταινίες αυτές είναι σημαντικές, «διότι αυτό που ενδιαφέρει είναι το τι πραγματεύεται» η ταινία.

Ολόκληρη η συνέντευξη του Γιώργου Αρβανίτη στο Sputnik 

Φέτος το φεστιβάλ κινηματογράφου γιορτάζει τα 60 του χρόνια. Όσα είναι, αν δεν κάνω λάθος και τα δικά σας που ασχολείστε με τον κινηματογράφο. Με αρωγό την μακρόχρονη εμπειρία σας, ποια εποχή πιστεύετε ήταν καλύτερη για τον κινηματογράφο;

«Ακριβώς. Υπηρέτησα και τον παλιό ελληνικό κινηματογράφο ξεκινώντας ως διευθυντής φωτογραφίας το 1966 της Φίνος Φιλμ, πέρασα από τον παλιό ελληνικό κινηματογράφο και μετά πέρασα σε έναν διαφορετικό, με την γνωριμία και τη μακριά πορεία που είχα με τον Θόδωρο Αγγελόπουλο. Εκεί με άλλαξε. Να σας πω την αλήθεια εμένα η περίοδος αυτή με σημάδεψε και νομίζω ότι η περίοδος του Αγγελόπουλου σημάδεψε και τον ελληνικό κινηματογράφο. Άλλωστε, γεννήθηκε ο νέος ελληνικός κινηματογράφος. Δεν θέλω να υποτιμήσω τους άλλους σκηνοθέτες, τον Παναγιωτόπουλο, τον Νικολαϊδη. Ήταν τελείως ένας άλλος κινηματογράφος και λίγο είμαι, έτσι, στεναχωρημένος με την τωρινή κατάσταση του ελληνικού κινηματογράφου, που δεν ξέρω τι φταίει. Φταίνε τα χρήματα; Υπάρχουν άνθρωποι που προσπαθούν, νέα παιδιά και ελπίζω ότι κάπου θα βγουν κάποιοι. Αλλά βεβαίως νομίζω ότι χρειάζεται μια εθνική στρατηγική για τον κινηματογράφο για να μπορέσει να προχωρήσει».

Από το 1989 ζείτε μόνιμα στη Γαλλία. Έχετε κάνει δεκάδες ταινίες, έχετε βραβευθεί, είστε μέλος σε ακαδημίες και εθνικές σχολές της Γαλλίας, ωστόσο πάντα επιστρέφετε με κάποιο τρόπο στην Ελλάδα. Όπως με τη θέση που έχετε ως πρόεδρος στο ΦΚΘ ή με ταινίες όπως οι «Νύφες» του Παντελή Βούλγαρη. Σας λείπει η Ελλάδα;

«Μου λείπει η Ελλάδα, σαν Ελλάδα. Υπάρχουν πολλά πράγματα που μου λείπανε αλλά όταν ήρθα και διαπίστωσα τις αλλαγές που έχουν γίνει στους Έλληνες, λέω ότι δεν μου λείπει. Διότι λυπάμαι που θα το πω αλλά διαπίστωσα ότι έχει χαθεί από τους Έλληνες, δεν είναι γενικό βέβαια, λίγο η αισθητική και η ευγένεια. Δεν ξέρω τι φταίει. Λένε ότι φταίει η κρίση. Εγώ νόμιζα ότι η κρίση θα μας έκανε καλύτερους αλλά δεν μας έχει κάνει».

Το 2012 σε μια συνέντευξή σας, σε πρώτο πρόσωπο, στο ΒΗΜΑ είχατε πει: «∆εν θυµάµαι καθόλου ηλιόλουστες µέρες από την παιδική µου ηλικία – δεν υπήρχε χαρά στη ζωή µου τότε». Αυτή η αίσθησή σας για το φως, σας βοήθησε ως διευθυντή φωτογραφίας;

«Με βοήθησε στην πρώτη ταινία που έκανα με τον Αγγελόπουλο την "Αναπαράσταση" όπου βρέθηκα σε ένα χωριό όπως ήταν το χωριό μου, όπου επάνω εκεί στηρίχθηκα γιατί μου ξανάρθε το φως των παιδικών μου χρόνων. Και τότε έβγαινε ο ήλιος αλλά δεν θυμόμουν ποτέ μια μέρα ηλιόλουστη, διότι είναι μια πικρή ιστορία, η οικογενειακή ιστορία. Αυτό με βοήθησε και λέω ότι ίσως αυτό το φως μου διαμόρφωσε τον χαρακτήρα μου. Κι από εκεί άρχισα να ψάχνω σε κάθε ταινία που έκανα μέσα από το σενάριο να βρω ποιο θα είναι αυτό το φως για να αντιδρά ο κάθε ήρωας. Και προσπάθησα, άλλοτε με επιτυχία, άλλοτε με αποτυχία να το εφαρμόσω. Δηλαδή, εκεί κατάλαβα πως το φως μπορεί να διαμορφώσει έναν χαρακτήρα. Κι αυτό με βοήθησε πάρα πολύ στη δουλειά μου».

Ποια είναι η αγαπημένη σας ταινία; Από αυτές που δουλέψατε ως διευθυντής φωτογραφίας;

«Έχω 111 ταινίες  στην πλάτη μου και είναι λίγο δύσκολο να πω ποια ταινία. Αλλά μπορώ να πω όμως ότι είχα την τύχη να δουλέψω με μεγάλους σκηνοθέτες. Δούλεψα με τον Ζιλ Ντασέν. Δούλεψα με τον Καζάν,προετοιμασία μιας ταινίας τριών μηνών που δεν βγήκε καθώς σταμάτησε αλλά δούλεψα ήταν για μένα μεγάλο σχολείο. Μετά δούλεψα με τον Μπελόκιο Ιταλία, με τον Σρέντερ στη Γερμανία, δούλεψα με πολλούς Γάλλους σκηνοθέτες, δούλεψα με τον Αγγελόπουλο, δούλεψα με τον Παντελή Βούλγαρη, για αυτό μου είναι πολύ δύσκολο να πω. Τις αγαπάω πολύ και μπορώ να σας πω ότι αγαπάω και τις πρώτες ταινίες της Φίνος Φιλμ ορισμένες γιατί ήταν τα πρώτα μου σκιρτίματα και τώρα βλέπω και βλέπω ένα πλάνο , κλείνω τα μάτια μου σε ορισμένα και σα να λέω «Α εδώ κάτι έχω κάνει». Λιθαράκι, λιθαράκι έχτισα. Δεν ξέρω βέβαια, όταν εγώ βλέπω μια ταινία και μου λένε «καταπληκτικό πλάνο», εγώ βλέπω τρεις χιλιάδες ελαττώματα, αλλά αν κοιτάξουμε ταινίες του Αγγελόπουλου τεχνικά έχουν πάρα πολλά προβλήματα γιατί τα μέσα δεν τα είχαμε αλλά υπάρχει κάτι άλλο. Αυτό που λέω: Το φως που τα καλύπτει όλα».

Έχετε πει σε συνεντεύξεις σας ότι ο Θ. Αγγελόπουλος ήταν στριφνός αλλά μαζί του μάθατε καινούργια πράγματα. Η τελευταία ταινία που κάνατε μαζί ήταν η «Αιωνιότητα και μια ημέρα». Μετά φύγατε. Γιατί;

«Ναι ήταν στριφνός. Έφυγα γιατί ήρθαμε σε μια σύγκρουση και αποφάσισα ότι δεν πάει παραπάνω. Σαν τα ζευγάρια που αποφασίζουν κάποια στιγμή λόγω ασυμφωνίας να χωρίσουν. Μέχρι τότε δεν έδινα σημασία σε πολλά πράγματα αλλά μετά με πείραξαν κάποια πράγματα».

Η Ελλάδα είναι γεμάτη από διαφορετικά τοπία, νησιά, βουνά κ.α. Θα μπορούσε να γίνει το Χόλυγουντ της Ευρώπης και να προσελκύσει μεγάλες κινηματογραφικές παραγωγές;

«Θα μπορούσε αλλά αν δεν υπάρχει ένα εθνικό στρατηγικό σχέδιο για τον κινηματογράφο δεν γίνεται. Πρώτα-πρώτα θα φέρουμε ξένους, δεν μπορούν να κινηματογραφούν μόνο τα αγάλματα και τα αρχαία, θέλουν κι άλλα πράγματα. Υποδομές και προσωπικό δεν έχουμε. Αυτό που εισπράττω εγώ όταν δουλεύω έξω και τους λέω ελάτε στην Ελλάδα να κάνετε ταινία - γιατί εγώ κάνω promotion - μου λένε ότι δεν μπορούν να έρθουν γιατί δεν ξέρω πόσο καιρό θέλουνε για μια άδεια. Χρειάζεται μια εθνική στρατηγική και υποδομές. Για παράδειγμα, δεν μπορείς στην Αθήνα ή στη Θεσσαλονίκη να κλείσεις έναν δρόμο. Εγώ έκανα γύρισμα στη Νέα Υόρκη και την 58η λεωφόρο στις 11 η ώρα το πρωί, ήταν κλειστή μέχρι τις 3 το απόγευμα που τελειώσαμε. Πληρώσαμε και πληρώνουν οι παραγωγές. Αλλά το θέμα είναι πως θα αδειάσεις την Πανεπιστημίου για να κάνεις γύρισμα; Δεν γίνεται. Από την άλλη πλευρά, πρέπει να ξεκινήσεις από το ένα μέρος για να πας στο άλλο και πρέπει να πας με μια ταχύτητα. Διότι ο χρόνος και η οικονομία σε ένα φιλμ μετράνε. Αυτό που έχω μάθει στην Ευρώπη που δουλεύω είναι ότι η ταινία πρέπει να τελειώσει τότε. Αυτό σημαίνει οικονομία. Υπάρχουν συμβόλαια των ηθοποιών με ρήτρες κλπ και δεν μπορεί να χαθεί λεπτό γιατί είναι πολλά τα χρήματα. Ένας άνθρωπος που θα έρθει εδώ πέρα και θα θέλει να κάνει μια ταινία πρέπει να έχει ορισμένες προϋποθέσεις. Αυτό που έκανε το ΕΚΟΜΕΤ είναι πάρα πολύ καλό να δώσουν χρήματα αλλά θέλει κι άλλα πράγματα κι αυτά είναι πολύ σημαντικά. Ένα γύρισμα πρέπει να τσουλάει χωρίς δευτερόλεπτο για χάσιμο».

Από τις ταινίες που είδατε και επιλέξατε για το Φεστιβάλ Κινηματογράφου Θεσσαλονίκης ποια είναι η γεύση που απομένει; Τι απασχολεί σήμερα τους σκηνοθέτες; Ποια προβλήματα αντανακλούν στις ταινίες τους;

«Επειδή δεν είμαι στη διοίκηση και δεν το ξέρω καθόλου, ούτε έχω δει τις ταινίες, θα τις δω τώρα εδώ. Τις έχει επιλέξει ο κ. Ανδρεαδάκης και έχει δουλέψει πολύ σκληρά, πολλές ώρες και πολλούς μήνες. Καταρχήν το φεστιβάλ είναι σε νέους σκηνοθέτες. Πρώτη, δεύτερη ταινία τους. Είναι τα ρεύματα της εποχής. Είναι ένα καινούργιο βλέμμα, έναν καινούργιο σκηνοθέτη κλπ. Και προσπαθούμε αυτά να ανακαλύψουμε κι αυτά να προωθήσουμε».

Πιστεύετε ότι η ελληνική παραγωγή είναι ανταγωνιστική;

«Κοιτάξτε για να κάνεις μια ταινία χρειάζονται χρήματα. Μπορείς να την κάνεις και χωρίς χρήματα. Εξαρτάται βέβαια από το θέμα, από το σενάριο. Αλλά χρειάζονται χρήματα. Και χρήματα δεν υπάρχουν. Θα σας πω κάτι, θα σας πω πως γίνεται ο ελληνικός κινηματογράφος για τους νέους και θα χρησιμοποιήσω ένα ανέκδοτο, που είναι ένας Αμερικανός σκηνοθέτης, ένας Εγγλέζος σκηνοθέτης κι ένας Έλληνας σκηνοθέτης. Ο Αμερικανός σκηνοθέτης λέει «στην τελευταία ταινία που έκανα με τα λεφτά που κέρδισα αγόρασα ένα σπίτι παραθαλάσσιο και τα υπόλοιπα τα έβαλα στην άκρη». Ο Εγγλέζος λέει «εγώ με την ταινία που έκανα αγόρασα μια Ρολς Ροϊς με δερμάτινα καθίσματα με χρυσά πόμολα και τα υπόλοιπα τα έβαλα στην άκρη». Ο Έλληνας σκηνοθέτης λέει «εγώ με την τελευταία ταινία που έκανα αγόρασα ένα κασετόφωνο». Και τα υπόλοιπα; «Τα έβαλε η μάνα μου». Έτσι είναι στις ταινίες οι μαμάδες και οι μπαμπάδες τα βάζουν. Αυτό είναι η εικόνα της ελληνικής παραγωγής»

Πώς επηρέασε το Netflix και παρόμοιες υπηρεσίες τις προτιμήσεις των θεατών; Είναι σωστό να πούμε ότι ζούμε στην εποχή της σειράς κι όχι της ταινίας;

«Τώρα, εγώ δεν μπορώ να απαντήσω γιατί είμαι στην ταινία. Προτιμώ την ταινία. Κοιτάξτε το να δει κανείς μια ταινία σε μια αίθουσα είναι τελείως διαφορετικό από το να τη δει σε μια τηλεόραση. Στην τηλεόραση θα τη βλέπει θα χτυπήσει το τηλέφωνο, θα πάει να πάρει το τηλέφωνο κλπ. Στην σκοτεινή αίθουσα μπαίνεις μέσα στην οθόνη γίνεσαι ένα με τον πρωταγωνιστή, υποφέρεις μαζί του, γίνεσαι μέρος της ταινίας. Δεν ξέρω. Εγώ δεν μπορώ να δω στην τηλεόραση και για αυτό στο σπίτι μου έχω κάνει μια αίθουσα με μεγάλη οθόνη».

Έχετε δει τα τελευταία ελληνικά hits; Το «Κόκκινο ποτάμι», τις «Άγριες Μέλισσες»; Ποιος είναι ο λόγος της επιτυχίας τους;

«Όχι, δεν τα έχω δει. Έχω ακούσει αλλά αν δεν δω, δεν μπορώ να πω. Ξέρω αυτός που κάνει τις «Άγριες Μέλισσες» είναι ένας πολύ καλός σκηνοθέτης, έχω δει δουλειά του».

Ορισμένες ταινίες στο Netflix δίνουν τη δυνατότητα στο θεατή να επιλέξει το τέλος της ταινίας. Υποστηρίζετε αυτή την προσέγγιση; Θα θέλατε αυτή τη δημοκρατία στις ταινίες σας;

«Όχι. Γιατί ο καθένας θα κάνει το τέλος που θέλει αυτός. Εσύ δεν μπορείς να προτείνεις τίποτα κι όταν κάνεις μια ταινία κάνεις μια πρόταση. Είναι η προσωπική σου άποψη την οποία τη δέχεται ο άλλος ή δεν τη δέχεται. Αν αφήσεις τον άλλον να αποφασίσει μπορεί να αποφασίσει ένα κακό τέλος που εγώ ας πούμε σαν δημιουργός δεν θα το ήθελα. Αυτά είναι περισσότερο εμπορικά θέματα».

Τι πιστεύετε για τους «Ενήλικες στο Δωμάτιο»; Στην Ελλάδα η ταινία προκάλεσε ποικίλες αντιδράσεις.

«Να σας πω κάτι. Το πρόβλημα με την Ελλάδα είναι ότι η ταινία έγινε πολύ νωρίς και δεν υπάρχει απόσταση από τα γεγονότα που υπήρξαν, άλλοι είναι από εδώ, άλλοι παραπέρα και αυτά τα πράγματα συγκρούονται πολιτικά. Επειδή έχω την εμπειρία της Γαλλίας και της Βενετίας αυτό που εισπράξανε που δεν ξέρουν πρόσωπα, ήταν η αντιμετώπιση της Ευρώπης απέναντι στην Ελλάδα. Κι αυτό ήταν το ζητούμενο της ταινίας. Εδώ ο καθένας λέει κάτι. Ο ένας λέει για τον Βαρουφάκη ο άλλος λέει γιατί ο Τσίπρας έκανε έτσι. Αυτά είναι τα δικά μας, που αιωνίως θα τσακωνόμαστε και δεν θα τελειώσει ποτέ αυτός ο τσακωμός γιατί το DNA του διχασμού το έχουμε μέσα μας.

Πλέον, στις ταινίες στις σειρές έχουμε ειδικά εφέ όπως στο «Game of Thrones». Πιστεύετε ότι υπάρχει χώρος για απλές ταινίες, χωρίς εφέ όπου μόνο υπάρχουν διάλογοι;

«Είδα μια ταινία στην έναρξη του Φεστιβάλ Κινηματογράφου Θεσσαλονίκης που δεν είχε ούτε εφέ, ούτε τίποτα. Ήταν μια ιστορία ενός ζευγαριού και σας πληροφορώ ότι ήταν γεμάτη η αίθουσα και δεν κουνήθηκε άνθρωπος. Διότι αυτό που ενδιαφέρει είναι το τι πραγματεύεται. Τώρα τα εφέ εμένα προσωπικά δεν με ενδιαφέρουν».

Μπορεί να φτάσουμε, μέσω εικονικής πραγματικότητας, ο θεατής να παίρνει μέρος στην ταινία.

«Δεν είμαι φαν. Τι είναι αυτό με τα τέρατα που φτιάχνουν; Πολύ ωραία τα σπέσιαλ εφέ αλλά έχουν έναν κίνδυνο στη νεολαία. Βλέπετε τι γίνεται με πυροβολισμούς, σκοτωμούς γιατί τα παιδιά δεν καταλαβαίνουν και ταυτίζονται. Στην Αθήνα σταματήσανε το «Τζόκερ» γιατί είναι ακατάλληλη η ταινία και οι γονείς αντιδράσανε. Δεν βλέπουν τι παιχνίδια έχουν τα παιδιά τους στο κομπιούτερ που έχουν σκοτωμούς. Έπειτα τον πόλεμο τον βλέπουμε μέσα από την τηλεόραση είναι σα να βλέπουμε video game. Δεν υπάρχει πραγματικότητα».

Τώρα συμμετέχετε σε κάποια νέα παραγωγή;

«Όχι. Κουβαλάω στην πλάτη μου 110 μεγάλου μήκους ταινίες. Και κάτι ακόμα επειδή έχω φτάσει σε μια ηλικία είπα να κάνω λίγο παύση. Αλλά τώρα θα κάνω κάτι αν είναι κάτι πάρα πολύ καλό. Δεν με ενδιαφέρει αν θα κερδίσω χρήματα ή όχι, αλλά θα το κάνω γιατί το πιστεύω και μου αρέσει».

Διαβάστε επίσης:

Γαβράς στο Sputnik: Το ΠΑΣΟΚ και η Δεξιά φταίνε για το χρέος, οι ευθύνες είναι πριν το 2010

Tags:
σκηνοθέτης, κινηματογράφος, Θεσσαλονίκη, Φεστιβάλ Κινηματογράφου Θεσσαλονίκης
ΠΡΟΤΥΠΑ ΚΟΙΝΟΤΗΤΑΣΣΥΖΗΤΗΣΗ
ΣΧΟΛΙΑΣΜΟΣ ΜΕΣΩ FACEBOOKΣΧΟΛΙΑΣΜΟΣ ΜΕΣΩ SPUTNIK