03:42 07 ΜΑΡΤΙΟY 2021
ΕΥΡΩΠΗ
Λήψη σύντομου url
0 10
Βρείτε μας

Ο δολοφόνος της 22χρονης Έλεν καταδικάστηκε, ωστόσο δεν αποκάλυψε ποτέ τι έκανε το άψυχο σώμα της.

Καταδικασμένη να ζει με τον χειρότερο εφιάλτη μιας μητέρας είναι εδώ και 33 ολόκληρα χρόνια μια Βρετανίδα.

Η Μαρί ΜακΚορτ «έχασε» την κόρη της τον Φεβρουάριο του 1988, όταν ένα βροχερό βράδυ έφυγε από τη δουλειά της (μια ασφαλιστική εταιρεία στο Λίβερπουλ), αλλά δεν τη θρήνησε ποτέ όπως ήθελε, αφού ο δολοφόνος της, αν και καταδικάστηκε σε ισόβια, δεν αποκάλυψε τι έκανε το άψυχο σώμα της.

Η Έλεν εξαφανίστηκε λίγα μόλις μέτρα μακριά από στο σπίτι της στην περιοχή του Μέρσεϊσαϊντ, ενώ για τον θάνατό της καταδικάστηκε ο Ίαν Σιμς, ιδιοκτήτης τοπικού μπαρ, τον οποίο ενοχοποιούσαν αδιάσειστα αποδεικτικά στοιχεία, όπως ίχνη DNA. Παρ' όλα αυτά, δεν ομολόγησε ποτέ το έγκλημα…

Σύμφωνα μάλιστα με τη Mirror, αποφυλακίστηκε πριν από λίγο καιρό, παρά τις απέλπιδες προσπάθειες της χαροκαμένης μητέρας να παραμείνει πίσω από τα κάγκελα μέχρι να αποκαλύψει τι έκανε το πτώμα της κόρης της.

Η 77χρονη έγραψε μέχρι και βιβλίο με τον τίτλο «Δικαιοσύνη για την Έλεν – Η προσπάθεια μιας μητέρας να βρει τη δολοφονημένη κόρη της», περιγράφοντας όλα όσα συγκλονιστικά έχει βιώσει εδώ και περισσότερο από τρεις δεκαετίες: από την τεράστια απώλειά της, μέχρι τον αέναο αγώνα που έδωσε για να βρεθεί και να καταδικαστεί ο δολοφόνος της κόρης της.

«Έλεγξα την Έλεν όπως κάθε βράδυ πριν κοιμηθώ. Τη φίλησα όπως κάθε βράδυ από τη μέρα που γεννήθηκε και την καληνύχτισα» εξιστορεί η Μαρί στο βιβλίο της για την τελευταία νύχτα, προσθέτοντας: «Αν μου περνούσε από το μυαλό τι κακό θα μας έβρισκε, θα ανέβαινα στο κρεβάτι της και δεν θα την άφηνα ποτέ να φύγει».

Το επόμενο απόγευμα, στις 9 Φεβρουαρίου θυμάται, την έλουσε κρύος ιδρώτας όταν διαπίστωσε πως η κόρη της είχε αργήσει να επιστρέψει από την εργασία της 40 λεπτά, καθώς δεν το είχε ξανακάνει ποτέ στο παρελθόν. Τρεις ώρες αργότερα, η Μαρί δήλωνε στο τοπικό αστυνομικό τμήμα την εξαφάνισή της.

Δεν θα ξεχάσει ποτέ τον αστυνομικό που σταμάτησε να γράφει όταν του ανέφερε την ηλικία της Έλεν. Πίστευε ότι στα 22 της χρόνια δεν διέτρεχε σοβαρό κίνδυνο, μόνο και μόνο επειδή άργησε να επιστρέψει από τη δουλειά, υποθέτοντας ότι η μητέρα της ήταν απλά υπερπροστατευτική. Παράλληλα, σύμφωνα με το πρωτόκολλο δεν μπορούσε να δηλωθεί εξαφάνιση ενήλικα που αγνοείται για τόσο μικρό χρονικό διάστημα.

Ήταν ωστόσο η επιμονή της που ανάγκασε τους αστυνομικούς να μην χάσουν άλλον πολύτιμο χρόνο.

«Αν είχαν ακολουθήσει το πρωτόκολλο, η κόρη μου θα εξακολουθούσε να θεωρείται αγνοούμενη και ίσως ο δολοφόνος της να μην είχε βρεθεί ποτέ» υποστηρίζει χαρακτηριστικά η Μαρί.

Οι αστυνομικοί «όργωσαν» τότε ολόκληρη την περιοχή, ενώ αφού μίλησαν με ντόπιους, κατέληξαν στο συμπέρασμα ότι η 22χρονη είχε μπει στο τρένο της επιστροφής από τη δουλειά στο σπίτι της.

Κατέβηκε μάλιστα στην ίδια στάση που κατέβαινε πάντα, 650 μέτρα μακριά από το σπίτι της. Γεγονός που περιόρισε κατά πολύ τον κύκλο των υπόπτων, αλλά και των ενδεχομένων για το τι της συνέβη.

Δύο ημέρες μετά την εξαφάνιση της Έλεν, δύο αστυνομικοί επισκέφθηκαν τη Μαρί και τη ρώτησαν αν αναγνώριζε ένα σκουλαρίκι που είχε βρεθεί στο δάσος.

«Το είχε διαλέξει η ίδια στα 21α γενέθλιά της» απάντησε η Μαρί, ωστόσο το πτώμα της παρέμενε άφαντο.

Σε ερώτησή της πότε θα τη βρουν, η «ωμή» απάντηση του αστυνομικού «μπορεί και ποτέ», την έκανε να συνειδητοποιήσει πως δεν θα έβλεπε ποτέ ξανά την κόρη της. Τουλάχιστον ζωντανή…

Ήταν 15 Φεβρουαρίου όταν ενημερώθηκε πως ένας άνδρας ήταν ύποπτος για τη δολοφονία της Έλεν.

«Θυμάμαι ότι σφίχτηκε το στομάχι μου, δεν πίστευα τι άκουγα. Φόνος;» θυμάται συγκλονισμένη.

Ο κατηγορούμενος δεν ήταν άλλος από τον Ίαν Σιμς, έναν 31χρονο ιδιοκτήτη μπαρ στο οποίο δούλευε παλαιότερα η Έλεν.

«Από εκείνο το λεπτό όλοι με παρακαλούσαν να κλάψω για να ξεσπάσω, αλλά εγώ ένιωθα ότι αν έκλαιγα, θα έχανα τη δύναμή μου και έπρεπε να παραμείνω δυνατή γιατί η Έλεν με χρειαζόταν. "Θα κλάψω όταν βρεθεί το παιδί μου" τους έλεγα» εξομολογείται η Μαρί.

Τρεις εβδομάδες μετά την εξαφάνιση της Έλεν εντοπίστηκαν επίσης η τσάντα, τα ρούχα, τα εσώρουχά της, αλλά και άλλα ενοχοποιητικά για τον Σιμς στοιχεία. Όχι όμως και το πτώμα της.

«Θυμάμαι ένα βράδυ είχαμε μαζευτεί στο σπίτι για να τιμήσουμε τη μνήμη της Έλεν. Γύρω στα μεσάνυχτα είχαν μείνει ακόμα καμιά δεκαριά φίλοι και γνωστοί. Τότε ο αρραβωνιαστικός μου γύρισε και μου είπε "Μαρί, πρέπει να αφήσεις τους ανθρώπους να γυρίσουν σπίτι τους"» συνέχισε η Μαρί ΜακΚορτ.

Όσο για το τι ακολούθησε; Δεν θυμάται πολλά, παρά μόνο ότι άρχισε να ουρλιάζει, ενώ όταν ο φίλος της προσπάθησε να την ηρεμήσει, τον χτύπησε.

«Άκουγα κάποιον να ουρλιάζει συνεχόμενα και πήρε κάποια λεπτά για να καταλάβω ότι ήμουν εγώ η ίδια» ανέφερε, καταλήγοντας: «Όμως δεν μπορούσα να σταματήσω. Απλά κάποια στιγμή είδα τον γιατρό μου να μπαίνει στο δωμάτιο. Με έβαλε στον καναπέ και μου έκανε μια ηρεμιστική ένεση. Όταν άνοιξα τα μάτια μου, δεν μπορούσα να σταματήσω να κλαίω. Έχασα και την τελευταία μου ελπίδα και ένιωσα ότι η κόρη μου ήταν νεκρή» καταλήγει.
Tags:
δολοφονία, μητέρα, κόρη, Λίβερπουλ, πτώμα, Βρετανία
ΠΡΟΤΥΠΑ ΚΟΙΝΟΤΗΤΑΣΣΥΖΗΤΗΣΗ
ΣΧΟΛΙΑΣΜΟΣ ΜΕΣΩ SPUTNIKΣΧΟΛΙΑΣΜΟΣ ΜΕΣΩ FACEBOOK