22:45 19 ΑΥΓΟΥΣΤΟY 2018
Το «σύνορο» της κατεχόμενης Αμμοχώστου

Διαπραγματεύσεις για το Κυπριακό: Ένα «τρένο» χωρίς σαφή προορισμό

© Φωτογραφία : Achilleas Zavallis / SOOC
ΚΟΣΜΟΣ
Λήψη σύντομου url
Αντώνης Ρηγόπουλος
0 0 0

Δύο κύπριοι πανεπιστημιακοί μιλούν στο Sputnik και αποτυπώνουν τις διεθνείς συνθήκες μέσα στις οποίες είναι πιθανόν να επανεκκινήσουν οι συνομιλίες μεταξύ της ελληνοκυπριακής και της τουρκοκυπριακής κοινότητας.

Το ενδεχόμενο επανέναρξης των διαπραγματεύσεων μεταξύ των δύο κοινοτήτων συζητείται έντονα στην Κύπρο. Η πρόσφατη επίσκεψη της απεσταλμένης του ΟΗΕ Τζέιν Λουτ, αν και προκαταρκτική, άνοιξε τη σχετική συζήτηση στα ελληνικά και τα κυπριακά ΜΜΕ και συνεπώς, στο εσωτερικό της ίδιας της ελληνοκυπριακής κοινότητας.

Ωστόσο, παραμένει αμφιλεγόμενο το αν αυτή είναι η καταλληλότερη στιγμή για μια τέτοια εξέλιξη, με τους αναλυτές να εξηγούν ότι η Τουρκία έχει ήδη πετύχει πολλά ενσωματώνοντας πολλές από τις επιδιώξεις της στο διαπραγματευτικό της κεκτημένο.

Ταυτόχρονα, οι εξελίξεις σε ό,τι αφορά το ενεργειακό πρόγραμμα της κυπριακής κυβέρνησης φαίνεται να μην μπορούν να απομονωθούν από τις συνολικότερες εξελίξεις σε μια από τις πιο επίμονες και δύσκολες διεθνείς «εξισώσεις» της Ευρώπης.

Το Sputnik συνομίλησε με τον πρόεδρο του Κυπριακού Κέντρου Ευρωπαϊκών και Διεθνών Υποθέσεων και του Τμήματος Πολιτικών Επιστημών και Διακυβέρνησης του Πανεπιστημίου Λευκωσίας Ανδρέα Θεοφάνους, καθώς και με τον Επίκουρο Καθηγητή Διεθνών Σχέσεων στο Πανεπιστήμιο Λευκωσίας Μιχάλη Κοντό αναφορικά με τις πρόσφατες εξελίξεις στην Κύπρο, την πιθανότητα επανέναρξης των συνομιλιών μεταξύ των δύο πλευρών, καθώς και τον ρόλο που μπορεί να παίξει η Μεγαλόνησος στα ενεργειακά.

Πιθανή η επανέναρξη των συνομιλιών

Έναν χρόνο μετά το άδοξο τέλος των συνομιλιών μεταξύ των δύο κοινοτήτων στο Κραν Μοντανά της Ελβετίας, υπό την εποπτεία των Ηνωμένων Εθνών, το ζήτημα της επανέναρξης των συνομιλιών τίθεται σε νέα βάση. Από ποια θέση θα μπορούσε να ξεκινήσει να διαπραγματεύεται η ελληνοκυπριακή πλευρά;

«Και οι δύο πλευρές δε θέλουν να κατηγορηθούν για τυχόν μη επανέναρξη των συνομιλιών ή μη επιτυχούς κατάληξης», εξηγεί ο κ. Θεοφάνους συμπληρώνοντας όμως, ότι πρέπει η ελληνοκυπριακή πλευρά πλευρά «να βρει το θάρρος να πει πώς διαφοροποιείται σε στρατηγικό και τακτικό επίπεδο στη βάση των συνομιλιών».

Ο πρόεδρος του Κυπριακού Κέντρου Ευρωπαϊκών και Διεθνών Υποθέσεων και του Τμήματος Πολιτικών Επιστημών και Διακυβέρνησης του Πανεπιστημίου Λευκωσίας, Ανδρέας Θεοφάνους
© Φωτογραφία : Προσωπικό αρχείο Ανδρέα Θεοφάνους
Ο πρόεδρος του Κυπριακού Κέντρου Ευρωπαϊκών και Διεθνών Υποθέσεων και του Τμήματος Πολιτικών Επιστημών και Διακυβέρνησης του Πανεπιστημίου Λευκωσίας, Ανδρέας Θεοφάνους
«Θεωρώ ότι αν υλοποιηθεί ως έχει η βάση των συνομιλιών, θα είναι πολύ άσχημο για εμάς. Οι Τούρκοι έχουν πετύχει αρκετά. Έχουν ενσωματώσει αρκετές από τις επιδιώξεις τους σε αυτό το διαπραγματευτικό κεκτημένο», τονίζει ο κ. Θεοφάνους.

Ωστόσο, δεν αποκλείει το ενδεχόμενο μιας επανέναρξης των διαπραγματεύσεων μεταξύ των δύο πλευρών, καθώς επαναλαμβάνει πως και οι δυο φοβούνται το λεγόμενο «blame game». «Ίσως να επανεκκινήσουν οι συνομιλίες, το θέμα είναι το πού θα πάνε. Είμαστε σε ένα τρένο στο οποίο αμφιβάλλω αν η πλειοψηφία των μερών θα ήθελε να επιβαίνει. Το θέμα είναι πώς κατεβαίνεις από αυτό το τρένο και μπαίνεις σε άλλη γραμμή, με άλλη κατεύθυνση», κατέληξε ο κ. Θεοφάνους, επισημαίνοντας ότι βρισκόμαστε σε ένα σημείο που απαιτεί «εξαιρετικά συνετούς χειρισμούς και σε στρατηγικό και σε τακτικό επίπεδο».

Στο ίδιο πνεύμα και ο επίκουρος καθηγητής του τμήματος Μιχάλης Κοντός παρουσιάζει μια αρνητική εικόνα για την παρούσα θέση της Κύπρου στη διαπραγματευτική διελκυστίνδα. «Η όποια πρωτοβουλία για το Κυπριακό είναι καταδικασμένη να σχοινοβατεί μεταξύ της άκαμπτης στάσης του ισχυρού – και τελούντος εν αδίκω – παράγοντα της εξίσωσης (Τουρκία) και των προσπαθειών του αδύναμου παράγοντα (Κυπριακή Δημοκρατία) να ανατρέψει ή να περιορίσει την παρανομία που συντελείται στην Κύπρο εξ αιτίας της τουρκικής εισβολής και κατοχής.

Παρόλα αυτά, ο ίδιος δεν αποκλείει το ενδεχόμενο να ξεκινήσουν και πάλι οι συνομιλίες. «Συνήθως οι διάφοροι γύροι συνομιλιών εκκινούν όχι εξ' αιτίας της ύπαρξης ευφόρου διαπραγματευτικού εδάφους αλλά ως αποτέλεσμα διεθνών πιέσεων και εν όψει εξελίξεων που εμπλέκουν τα συμφέροντα τρίτων παραγόντων, όπως καλή ώρα τώρα η επικείμενη εντατικοποίηση του γεωτρητικού προγράμματος στην κυπριακή αποκλειστική οικονομική ζώνη», τονίζει χαρακτηριστικά.

Πάντως και οι δύο αναλυτές φαίνεται να συμφωνούν στο ότι η επίσκεψη στης απεσταλμένης του ΟΗΕ, δεν παρήγαγε, σε αυτή τη φάση τουλάχιστον, χειροπιαστά αποτελέσματα καθώς είχε διερευνητικό χαρακτήρα.

Δεν προκαλούν ανησυχία στρατηγικές μετατοπίσεις της Τουρκίας

Οι δύο κύπριοι αναλυτές δεν φαίνεται να προβληματίζονται βαθιά από την προσέγγιση της Τουρκίας με τη Ρωσία και την ταυτόχρονη απομάκρυνσή της από το ΝΑΤΟ.

Μάλιστα ο κ. Θεοφάνους τονίζει ότι θεωρεί «υπερβολικό το σενάριο» ότι η Τουρκία θέλει να απομακρυνθεί από το ΝΑΤΟ. «Η Τουρκία  θέλει να εμφανίζεται ότι ασκεί μια ανεξάρτητη πολιτική εφ’ όλης της ύλης περιλαμβανομένου και στο θέμα της Ρωσίας. Μπορεί οι Αμερικανοί και το ΝΑΤΟ να μην είναι ευτυχείς με τη στάση της Τουρκίας, αλλά δεν θεωρώ ότι στη σημερινή συγκυρία η Τουρκία να φύγει από το ΝΑΤΟ», εξηγεί ο καθηγητής.

Παρά την εκτίμησή του πάντως ότι η Τουρκία τελικά δεν θα αποχωρήσει από το ΝΑΤΟ, ο κ. Θεοφάνους σημειώνει ότι ένα τέτοιο ενδεχόμενο θα μπορούσε να λειτουργήσει πιεστικά προς τη δυτική διεθνή κοινότητα σε σχέση με την τήρηση της διεθνούς νομιμότητας στην Κύπρο.

Από την πλευρά του, ο κ. Κοντός εξηγεί ότι είναι σύνηθες «στη σύγχρονη διεθνή πολιτική τα κράτη να ακολουθούν α λα καρτ εξωτερική πολιτική, η οποία να περιλαμβάνει θεματικές συγκλίσεις και αποκλίσεις συμφερόντων με άλλα κράτη χωρίς να επικρατεί η κάθετη λογική των στρατοπέδων («φίλοι σε όλα» ή «εχθροί σε όλα») που ίσχυε κατά την περίοδο του Ψυχρού Πολέμου». 

Για τον λόγο αυτό ο κ. Κοντός εκτιμά ότι «υπάρχει περιθώριο συνέχισης της ταύτισης των κυπριακών συμφερόντων με τα ρωσικά παρά την ρωσοτουρκική προσέγγιση, ενώ την ίδια στιγμή αναπτύσσονται και οι σχέσεις μεταξύ Κύπρου και Ηνωμένων Πολιτειών». 

Ενεργειακά

Λαμβάνοντας αφορμή από μια πρόσφατη δήλωση του κύπριου υπουργού Ενέργειας Γιώργου Λακκοτρύπη ότι οι εξελίξεις στο Κυπριακό δε θα επηρεάσουν το ενεργειακό πρόγραμμα της κυβέρνησης, οι δύο αναλυτές εξηγούν τη σημασία του ενεργειακού προγράμματος της χώρας, επισημαίνοντας όμως, παράλληλα, και τη βαθύτερη σύνδεση των δύο ζητημάτων.

Ο Επίκουρος Καθηγητής Διεθνών Σχέσεων στο Πανεπιστήμιο Λευκωσίας Μιχάλης Κοντός
© Φωτογραφία : Προσωπικό αρχείο Μιχάλη Κοντού
Ο Επίκουρος Καθηγητής Διεθνών Σχέσεων στο Πανεπιστήμιο Λευκωσίας Μιχάλης Κοντός
«Οι ενέργειες της Τουρκίας και οι εμπλοκή τρίτων παραγόντων με συμφέροντα στην περιοχή δημιουργεί μία "σκουληκότρυπα" που συνδέει στην πράξη τις δύο αυτές διαστάσεις: τις διαδικασίες επίλυσης του κυπριακού και τις εξελίξεις στα ενεργειακά», εξηγεί ο κ. Κοντός. 

Ωστόσο, παρά τους ενδεχόμενους κινδύνους της διασύνδεσης εκτιμά ότι η Κύπρος «αποκτά ταυτόχρονα και ευκαιρίες επηρεασμού της διεθνούς σκηνής με στόχο τη δημιουργία ευνοϊκού περιβάλλοντος υποδοχής των θέσεών της στο Κυπριακό κάτι που παραδοσιακά αποτελεί αδυναμία της λόγω της δυσμενούς θέσης της στο ισοζύγιο ισχύος έναντι της Τουρκίας».

Από την πλευρά του, ο Ανδρέας Θεοφάνους προχωρά ένα βήμα παρακάτω στον συλλογισμό του χαρακτηρίζοντας τη δήλωση του υπουργού Ενέργειας έναν «πολύ υψηλό στόχο».  «Καταλαβαίνω τις θέσεις της κυβέρνησης, αλλά θεωρώ ότι εκ των πραγμάτων, εφόσον η Τουρκία επιμένει σε αυτά που επιμένει, είναι δύσκολο να προχωρήσει το πρόγραμμα απρόσκοπτα». 

Μάλιστα έκανε λόγο για ενδεχόμενη σύνδεση των δύο ζητημάτων. «Δεν αποκλείω να επιχειρηθεί μια διασύνδεση Κυπριακού και ενεργειακών. Και στο παρελθόν έχει γίνει αυτό» τονίζει, για να εξηγήσει ότι αυτή η διασύνδεση μπορεί να επιχειρηθεί «από πλευράς των τρίτων μερών».

Tags:
ελληνοκύπριοι, τουρκοκύπριοι, διαπραγματεύσεις, Μιχάλης Κοντός, Ανδρέας Θεοφάνους, Ελλάδα, Κύπρος
ΠΡΟΤΥΠΑ ΚΟΙΝΟΤΗΤΑΣΣΥΖΗΤΗΣΗ
ΣΧΟΛΙΑΣΜΟΣ ΜΕΣΩ FACEBOOKΣΧΟΛΙΑΣΜΟΣ ΜΕΣΩ SPUTNIK