04:55 24 ΙΑΝΟΥΑΡΙΟY 2020
ΚΟΣΜΟΣ
Λήψη σύντομου url
Από
0 51
Βρείτε μας

Ρωσία και Πολωνία βρίσκονται σε διπλωματική διαμάχη, εξαιτίας της πολωνικής προσπάθειας να ξαναγράψει την ιστορία, αποδίδοντας στη Σοβιετική Ένωση τον ρόλο του «κακού». Ένας καθηγητής - ερευνητής αναλύει στο Sputnik.

Εδώ και μερικά χρόνια, οι αρχές της Πολωνίας έχουν καταβάλει συστηματική προσπάθεια να κατηγορήσουν τη Σοβιετική Ένωση, αλλά και την κρατική οντότητα που τη διαδέχθηκε, τη Ρωσία, για την έναρξη του Δεύτερου Παγκοσμίου Πολέμου.

Στα τέλη του περασμένου έτους, ο Ρώσος πρόεδρος Βλαντίμιρ Πούτιν, θέλοντας να αντιταχθεί σε αυτήν την προσπάθεια, υπενθύμισε ότι ο τότε Πολωνός πρέσβης στη ναζιστική Γερμανία, Γιόζεφ Λίπσκι, είχε υποσχεθεί κάποτε να χτίσει στον Αδόλφο Χίτλερ «ένα όμορφο μνημείο στη Βαρσοβία», αν πετύχαινε με τα σχέδιά του, να απελάσει όλους τους Εβραίους της Γερμανίας στην Αφρική.

Η απάντηση του Πολωνού πρωθυπουργού Ματέους Μοραβιέτσκι άφησε έκπληκτους τους πάντες: Μεταξύ άλλων, τόνισε ότι «η Σοβιετική Ένωση και το Τρίτο Ράιχ συνεργάζονταν στενά συνεχώς» και μόνο χάρη στη «συνενοχή της Μόσχας στη διαίρεση της Πολωνίας» οι Ναζί κατάφεραν στη συνέχεια να πάρουν τον έλεγχο ολόκληρης της Ευρώπης.

Για την προσπάθεια επανεγγραφής της ιστορίας από την Πολωνία και καλλιέργειας του νεοναζισμού, μίλησε στο Sputnik o Δρ Νίκος Παπαδάτος, επισκέπτης καθηγητής στο τμήμα ιστορίας, πολιτικών κομμάτων και κοινωνικών κινημάτων του κρατικού Πανεπιστημίου της Μόσχας Λομονόσοφ, ερευνητής στο Global Studies Institute του Πανεπιστημίου της Γενεύης. 

«Η επανεγγραφή της ιστορίας είναι η μετεξέλιξη της παραχάραξης στη σημερινή συγκυρία. Είναι πράξη πολιτική, καθώς ενέχει ξεκάθαρη πολιτική σκοπιμότητα. Η αναθεώρηση της ιστορίας στηρίζεται δυστυχώς σε μια επίπλαστη θεωρητική κάλυψη χωρίς την αντίστοιχη επιστημονική τεκμηρίωση. Η αμφισβήτηση των ιστορικών θεσφάτων και η αναζήτηση της ιστορικής αλήθειας είναι πράξεις θεμιτές και αναγκαίες. Η μεθοδολογία που προστατεύει τους ιστορικούς ερευνητές από τα λάθη και τις παρερμηνείες και που ταυτόχρονα εμποδίζει την προσπάθεια ατεκμηρίωτης επανεγγραφής-αναθεώρησης της ιστορίας είναι η έρευνα βάσει συγκεκριμένου αρχειακού υλικού.

Οι δηλώσεις Πολωνών αξιωματούχων αναφορικά με τον Β’ Παγκόσμιο Πόλεμο εντάσσονται σε μια ευρύτερη ευρωπαϊκή στρατηγική φαλκίδευσης της ιστορίας. Το ψήφισμα του Ευρωπαϊκού Κοινοβουλίου (19 Σεπτεμβρίου 2019, 2019/2819 RSP) «για τη σημασία της ευρωπαϊκής μνήμης για το μέλλον της Ευρώπης» συμπυκνώνει, διαρθρώνει και επικαθορίζει τόσο τις πολωνικές δηλώσεις, όσο και τις ενωσιακές διαθέσεις απέναντι στην ιστορία του Β’ Παγκοσμίου Πολέμου. Το ανωτέρω ψήφισμα εκκινεί από την παραδοχή ότι ο Β’ Παγκόσμιος Πόλεμος "ξέσπασε ως άμεση συνέπεια του διαβόητου γερμανο-σοβιετικού συμφώνου μη επίθεσης της 23ης Αυγούστου 1939". Η ενωσιακή πολιτική, συμπεριλαμβανομένης της πολωνικής, διατείνεται ότι η συνθήκη μη επίθεσης, μεταξύ της Σοβιετικής Ένωσης και της Γερμανίας, αποτέλεσε το εφαλτήριο της γερμανικής επιθετικότητας εναντίον της Πολωνίας, της Γαλλίας και της Αγγλίας.

Τα επιχειρήματα αυτού του επιπέδου δεν συστάθηκαν τον τελευταίο καιρό:

Ήδη από το 1939-1940, πολιτικοί αναλυτές και ιστορικοί της Δύσης προσπαθούσαν να σπιλώσουν την πολιτική της Σοβιετικής Ένωσης, κατά την προσπάθεια προάσπισης των εθνικών της συμφερόντων και της στρατιωτικής ασφάλειάς της. Τη δεκαετία του 1970 η ακαδημαϊκή κοινότητα ορισμένων δυτικών κρατών χρησιμοποίησε τις έρευνες του Γερμανού ιστορικού E. Nolte, με άμεσο και μοναδικό πολιτικό σκοπό την αναθεώρηση της ιστορίας του Β’ Παγκοσμίου Πολέμου. Η παρούσα εξέλιξη, λοιπόν, αντλεί και σταχυολογεί όλο τον επιχειρηματικό καμβά της από το ψυχροπολεμικό παρελθόν και ως προς αυτό δεν καινοτομεί. 

Όμως, σε αντίθεση με αυτή την πρακτική, είναι χρήσιμο να σημειωθεί ότι πριν τη σύναψη του συμφώνου Μόλοτοφ-Ρίμπεντροπ μεσολάβησαν ορισμένα εξαιρετικώς σημαντικά ιστορικά γεγονότα που αποτέλεσαν την προϊστορία της ανωτέρω συνθήκης. Αναφέρουμε ενδεικτικά την επαναστρατιωτικοποίηση της Ρηνανίας από τον Χίτλερ, τον ρόλο της Μεγάλης Βρετανίας και της Γαλλίας στον Ισπανικό εμφύλιο πόλεμο, τη σύναψη του Συμφώνου του Μονάχου (1938), και τη σοβιετική πρόταση σύναψης τριμερούς συμφώνου βοήθειας μεταξύ ΕΣΣΔ, Αγγλίας και Γαλλίας τον Απρίλιο του 1939» . 

Τι έκανε στην πραγματικότητα η Πολωνία 

«Από το στενογραφημένο πρακτικό της συζήτησης μεταξύ του απεσταλμένου της ΕΣΣΔ στην Τσεχοσλοβακία, Αλεξάντροφσκι, και Κρόφτα, προκύπτει ότι ο σοβιετικός διπλωμάτης ανέφερε, στις 13 Ιουνίου 1938, στον τσεχοσλοβάκο Υπουργό εξωτερικών τα εξής: "… Η Γαλλία ασκεί αυξημένη πίεση στην Τσεχοσλοβακία υπό την έννοια ότι αιτείται την αποφασιστική επιτάχυνση των διαπραγματεύσεων με τον Χένλαϊν με σκοπό την παραχώρηση άμεσων και μακρόπνοων, συνεχιζόμενων, παραχωρήσεων στους Σουδήτες Γερμανούς, αν και αυτό, για να το θέσουμε έτσι, [πρέπει να τελεστεί] εντός των πλαισίων του τσεχοσλοβακικού Συντάγματος… Η Πολωνία, σχεδόν ανοιχτά, δηλώνει ότι μπορεί να λάβει μέρος σε μια τέτοια επίθεση εναντίον της Τσεχοσλοβακίας, ο σκοπός της οποίας θα ήταν η προσάρτηση τμημάτων της τσεχοσλοβακικής επικράτειας υπέρ της Πολωνίας". Η συμφωνία του Μονάχου, η προσάρτηση της Αυστρίας από τη ναζιστική Γερμανία και η γενικότερη πολιτική των δυτικών ευρωπαϊκών δυνάμεων αποσιωπώνται μεθοδικά.

Η συμφωνία του Μονάχου δεν διέλυσε απλά την Τσεχοσλοβακία, απομόνωσε de facto την ΕΣΣΔ και μετέβαλε ουσιωδώς την ισορροπία δυνάμεων στην Ευρώπη. Όσον αφορά τη σοβιετική πολιτική είναι απαραίτητο να επισημανθεί το εξής: Το Σύμφωνο Μόλοτοφ-Ρίμπεντροπ είχε πρωτίστως γεωπολιτική διάσταση για τους ηγέτες του Κρεμλίνου. Αποτέλεσε μια συγκεκριμένη προσπάθεια αναβολής της γερμανικής στρατιωτικής επιχείρησης για όσο μεγαλύτερο χρονικό διάστημα ήταν δυνατό. Επίσης, η ανώτατη πολιτική σοβιετική ηγεσία αντιμετώπιζε ήδη στρατιωτικά την ιαπωνική προσπάθεια διείσδυσης στη Σιβηρία και επιζητούσε την αποφυγή ενός διμέτωπου πολέμου. Η επιλεκτική παράθεση γεγονότων, με έμφαση την περίοδο 1939-1941, και η απόκρυψη των γεγονότων της περιόδου 1932-1939 συμβάλλει στην πολιτική εργαλειοποίηση της ιστορίας και όχι στην ιστορική ανάδειξη των πολιτικών όλων των εμπλεκόμενων κρατών κατά τα κρίσιμα έτη 1932-1941. 

Συνεπώς, η παρούσα τάση πολιτικής αναθεώρησης γύρω από ζητήματα του Β’ Παγκοσμίου Πολέμου αποσκοπεί στην επαναπροώθηση παλαιών ψυχροπολεμικών σχημάτων με καταστροφικές συνέπειες: την ανάδυση όλων των φιλελεύθερων ιδεολογημάτων της απίσχνασης (σ.σ. αποδυνάμωσης) κοινωνικών δικαιωμάτων εντός της Ευρώπης, τμήμα των οποίων, αποτελούν, όπως καλώς γνωρίζουμε και στην Ελλάδα, οι πάσης φύσεως ναζιστικές και νεοναζιστικές ομαδώσεις».

Ερωτηθείς ο Νίκος Παπαδάτος για ποιους λόγους αμφισβητείται η συνεισφορά της Σοβιετικής Ένωσης στη νίκη απέναντι στο Ναζισμό και για ποιούς λόγους δεν θα έπρεπε να γίνεται αυτό, απαντά:

«Είναι ξεκάθαρο, ότι επιχειρείται ο συμψηφισμός των θυτών με τα θύματα. Δεν υπάρχει καμία αμφιβολία ότι η ΕΣΣΔ κατά την περίοδο της σταλινικής διακυβέρνησης πλήρωσε βαρύ κοινωνικό τίμημα κατά τη διάρκεια της απαραίτητης παραγωγικής ανάπτυξης της χώρας. Οι κοινωνικοί περιορισμοί, οι διώξεις, και η περίοδος καταστολής κατά την περίοδο 1936-1939 δεν δύναται να αποτελεί ένα διαρκές «άλλοθι» για πλήθος δυτικών χωρών, που ήδη από την περίοδο του Ρωσικού Εμφυλίου Πολέμου, επιβουλεύονταν, οργάνωναν, χρηματοδοτούσαν και επιθυμούσαν διακαώς τον πλήρη αφανισμό της Σοβιετικής Ένωσης στα πλαίσια της αντικομμουνιστικής «σταυροφορίας» της εποχής. Η απόκρυψη των ευθυνών της Γαλλίας, της Μεγάλης Βρετανίας και συνακόλουθα της Δύσης αντισταθμίζεται από την προσφιλή προσφυγή στον «ολοκληρωτισμό», αυτή τη vieille carte à la crème κατά τον γνωστό μαρξιστή στοχαστή, τον Νίκο Πουλαντζά».

Και συμπληρώνει: 

«Ειδικότερα, η ΕΣΣΔ υπό την καθοδήγηση του ΚΚΣΕ συνέβαλε τα μέγιστα για τη συντριβή των ναζιστών. Στο Ανατολικό Μέτωπο καταστράφηκαν ολοσχερώς 607 γερμανικές μεραρχίες. 28 εκατομμύρια σοβιετικοί θυσιάστηκαν για την απελευθέρωση της ΕΣΣΔ και της Ευρώπης, τη στιγμή που οι Βρετανοί θρήνησαν κατά προσέγγιση 375.000 ανθρώπους και οι Γάλλοι 405.000 αντίστοιχα. Η ΕΣΣΔ υπέστη επίσης τρομακτική καταστροφή: 1.710 πόλεις ισοπεδώθηκαν, 32.000 βιομηχανικές επιχειρήσεις καταστράφηκαν, 98.000 κολχόζ λεηλατήθηκαν και 5.000 σοβχόζ καταληστεύτηκαν. Ο λόγος της αποσιώπησης της σοβιετικής συμβολής ενάντια στον ναζισμό εδράζεται και σε ένα έτερο ένοχο μυστικό: Έως το 1944 ο Κόκκινος Στρατός αντιμετώπιζε τη Βέρμαχτ και τα SS ουσιαστικά μόνος. Μόνο όταν τον Ιούνιο του 1944 κατέστη σαφές ότι η ΕΣΣΔ θα μπορούσε να καταλάβει, από μόνη της, τη Γερμανία επιχειρήθηκε επιτυχώς η δυτική απόβαση στην Νορμανδία και στη συνέχεια οι δυτικές χώρες επιδόθηκαν σε έναν αγώνα δρόμου για την κατάληψη στρατηγικών θέσεων μέσα στο γερμανικό έδαφος. Αξίζει να θυμόμαστε ότι η ήττα του Γ’ Ράιχ και των συμμάχων του δεν επήλθε από τον βαρύ ρωσικό χειμώνα αλλά από την τεράστια και γεμάτη αυταπάρνηση προσπάθεια και γενναιότητα του σοβιετικού λαού και του σοβιετικού κράτους».

ΔΙΑΒΑΣΤΕ ΕΠΙΣΗΣ:

Ιράν: Οι βασικοί κανόνες προπαγάνδας στο εγχειρίδιο πολέμου των ΗΠΑ

Υποβρύχιο-φάντασμα από τον Β' Παγκόσμιο Πόλεμο βρέθηκε στον βυθό της Αλάσκας - Βίντεο

Tags:
διπλωματία, Πολωνία, Ρωσία
ΠΡΟΤΥΠΑ ΚΟΙΝΟΤΗΤΑΣΣΥΖΗΤΗΣΗ
ΣΧΟΛΙΑΣΜΟΣ ΜΕΣΩ FACEBOOKΣΧΟΛΙΑΣΜΟΣ ΜΕΣΩ SPUTNIK