14:08 21 ΟΚΤΩΒΡΙΟY 2020
ΚΟΣΜΟΣ
Λήψη σύντομου url
0 0 0
Βρείτε μας

Διαβαθμισμένα έγγραφα ήρθαν στο φως της δημοσιότητα, τη Δευτέρα (05/10), από την Ψηφιακή Βιβλιοθήκη του Ιδρύματος Κλίντον και αποκαλύπτουν συνομιλίες του Βλαντίμιρ Πούτιν και του Μπιλ Κλίντον, όταν ο τελευταίος ήταν Πρόεδρος των ΗΠΑ, για την υπόθεση «Κουρσκ», το Ιράκ, τη Γιουγκοσλαβία και την τρομοκρατία.

Η Ψηφιακή Βιβλιοθήκη του Ιδρύματος Κλίντον δημοσιοποίησε τα πρακτικά που τεκμηριώνουν ιδιωτικές συνομιλίες μεταξύ του Ρώσου Προέδρου, Βλαντίμιρ Πούτιν, και του πρώην Προέδρου των ΗΠΑ, Μπιλ Κλίντον

Τα πρακτικά εκτείνονται σε 225 σελίδες και παρέχουν ανεκτίμητες πληροφορίες για τις σχέσεις Ρωσίας - ΗΠΑ σε μια σειρά από θέματα πολιτικής και φανερώνουν την προσωπική σχέση μεταξύ των δύο ηγετών.

Βύθιση του «Κουρσκ»

Μεταξύ των θεμάτων που συζητήθηκαν ανάμεσα στον Πούτιν και στον Κλίντον, ήταν η βύθιση του «Κουρσκ», ενός ρωσικού πυρηνικού υποβρυχίου, που έγινε στις 12 Αυγούστου 2000, με τον -τότε- Αμερικανό Πρόεδρο να εκφράζει τα συλλυπητήριά του.

«Αιχμαλωτίστηκα ανάμεσα σε κακές επιλογές και σε χειρότερες επιλογές. Μερικά άτομα μου είπαν ότι αν επέτρεπα σε ένα μικρό υποβρύχιο να πάει εκεί αμέσως και τουλάχιστον να επιχειρούσε τη διάσωση των παιδιών, τότε η δημοτικότητά μου θα αυξανόταν. Δεν μπορείτε να αφήσετε κάτι τέτοιο να κατευθύνεται από τις δημόσιες σχέσεις. Πρέπει να δώσετε προτεραιότητα στη σωτηρία των ανθρώπων», είπε ο Πούτιν, σύμφωνα με έγγραφο που έχει ημερομηνία 6 Σεπτεμβρίου 2000, προσθέτοντας ότι ο «μεγάλος φόβος» του ήταν «ότι κάτι τέτοιο θα μπορούσε να επαναληφθεί».

Το «Κουρσκ», το οποίο βυθίστηκε με τους 118 ανθρώπους στη θάλασσα του Μπάρεντς, τον Αύγουστο του 2000, έγινε εθνική τραγωδία ύστερα από πολλές προσπάθειες διάσωσης των ναυτικών που ήταν ακόμα ζωντανοί και παγιδευμένοι στον βυθό της θάλασσας.

Τα «όπλα μαζικής καταστροφής» του Σαντάμ Χουσεΐν

Πριν ο Τζορτζ Μπους ο Νεότερος αρχίσει την εισβολή των ΗΠΑ στο Ιράκ το 2003, ο προκάτοχός του, Μπιλ Κλίντον, διεξήγαγε τον δικό του πόλεμο εναντίον του Ιράκ, ο οποίος αποτελείτο από περιορισμένους βομβαρδισμούς και καταστροφικές κυρώσεις. 

Στο ίδιο έγγραφο με ημερομηνία 6 Σεπτεμβρίου, ο Κλίντον τόνισε πως τα ψηφίσματα του Συμβουλίου Ασφάλειας πρέπει να εφαρμοστούν και κατηγόρησε τον Σαντάμ Χουσεΐν ότι βρήκε τρόπους για να ξεπεράσει τις κυρώσεις και να βάλει χρήματα από τις πωλήσεις πετρελαίου στην Άμυνα.

Μάλιστα, ο -τότε- Πρόεδρος των ΗΠΑ είπε:

«Δεν καταλαβαίνω γιατί δεν θα δεχτεί το καθεστώς επιθεώρησης; Νομίζω ότι θα ήταν μεγάλο λάθος να πούμε ότι δεν μας ενδιαφέρει».

Από την πλευρά του, ο Πούτιν αντέτεινε το εξής:

«Επιτρέψτε μου να σας πω την ανησυχία μου. Είναι ένα μεγάλο πλεονέκτημα στην κληρονομιά σας που έχετε κάνει τόσα πολλά για να σταματήσετε τη ραγδαία εξάπλωση, αλλά κοιτάζοντας μπροστά, πώς θα κάνουμε [τους Ιρακινούς] να υπογράψουν; Είναι δύσκολο. Πρέπει να θεσπίσουμε γενικούς κανόνες συμπεριφοράς, διηπειρωτικές διασφαλίσεις. Τώρα, σχετικά με αυτήν τη διαφωνία μεταξύ μας για το Ιράκ, δεν παραφερόμαστε. Κάνουμε ό,τι μπορούμε για να τους κάνουμε να σταματήσουν αυτό που κάνουν. Αυτός είναι ένας κοινός στόχος».

Ακόμα, ο Κλίντον μοιράστηκε, επίσης, με τον Πούτιν μια οπτική για το μέλλον στο οποίο οι τρομοκράτες, και όχι τα κράτη, θα είναι η κυρίαρχη απειλή για τη διεθνή ασφάλεια.

Ειδικότερα, ο -τότε- Πρόεδρος των ΗΠΑ σημείωσε:

«Μπορεί να αποδειχθεί ότι η μεγαλύτερη απειλή τα επόμενα δέκα χρόνια δεν πρόκειται να είναι πόλεμος μεταξύ κρατών [αλλά μάλλον] τρομοκράτες με μικρότερα χημικά και βιολογικά όπλα - ακόμα και μικρά πυρηνικά όπλα, τα οποία δεν θα μπορούν να εντοπιστούν ούτε από σκυλιά στο αεροδρόμιο. Κατά κάποιο τρόπο πρέπει να βρούμε μια μέθοδο να συνεργαστούμε για να αποτρέψουμε τους κρατικούς εχθρούς από αυτές τις άλλες μορφές κινδύνου».

Ο Πούτιν φάνηκε να συμφωνεί.

Γιουγκοσλαβία

Το ΝΑΤΟ, από τον Μάρτιο έως τον Ιούνιο του 1999,  πραγματοποίησε βομβαρδισμούς μεγάλης κλίμακας εναντίον της Γιουγκοσλαβίας, με αποτέλεσμα τον θάνατο 5.000 ανθρώπων και, επίσης, διευκολύνθηκε το Κόσοβο, μια περιοχή της Σερβίας που αποσχίσθηκε, στο να κηρύξει ανεξαρτησία. 

Έτσι, ο Πούτιν, σύμφωνα με το προαναφερθέν έγγραφο της 6ης Σεπτεμβρίου 2000, προειδοποίησε τον Κλίντον, λέγοντάς του:

«Μιλάτε για τις εκλογές που έρχονται (στη Σερβία). Υπάρχουν, όμως, και αυτές οι εκλογές στο Κόσοβο. Ωστόσο, υπάρχουν 100.000-150.000 Σέρβοι που δεν βρίσκονται στην πραγματικότητα εκεί, οι οποίοι έχουν γίνει πρόσφυγες. Η απουσία τους από τις εκλογές πρόκειται να τροφοδοτήσει την τάση του διαχωρισμού του Κοσόβου από τη Σερβία. Αυτό θα έχει επιπτώσεις σε όλο τον κόσμο για άλλα κράτη».

Ο ίδιος πρόσθεσε:

«Δουλέψατε πολύ σκληρά και αποτελεσματικά, ακόμα και αποφασιστικά, στην ομάδα G8 και είμαι έτοιμος για τη Ρωσία να συνεργαστώ μαζί σας εδώ, αλλά δεν μας συμβουλευτήκατε για την απόφαση του βομβαρδισμού της Γιουγκοσλαβίας και για να αρχίσετε τη διαδικασία με την οποία το Κόσοβο αποσχίζεται εκ της Σερβίας. Αυτό δεν είναι δίκαιο και δεν είναι δίκαιο για τους 150.000 Σέρβους ότι η τύχη του Κοσόβου θα αποφασιστεί χωρίς αυτούς. Πρέπει να τους δοθεί φωνή. Διαφορετικά, η μοίρα της πατρίδας τους θα αποφασιστεί πίσω από την πλάτη τους. Ο [Γιουγκοσλάβος Πρόεδρος Σλόμπονταν] Μιλόσεβιτς δεν έχει καμία σχέση με αυτό».

Βάσει των πρακτικών, δεν γίνεται γνωστή η απάντηση του Κλίντον, αλλά αναφέρεται πως «συμφωνούν ότι η υπουργός Ολμπράιτ και ο υπουργός Εξωτερικών, Ιβανόφ, θα συζητήσουν το ζήτημα της σερβικής συμμετοχής στις εκλογές του Κοσόβου σε δείπνο».

Πάντως, ο Πούτιν εξέφρασε την άποψή του στον Κλίντον για το ζήτημα της Γιουγκοσλαβίας και στις 12 Σεπτεμβρίου 1999, δηλαδή όσο εκείνος ήταν πρωθυπουργός υπό την Προεδρία του Μπόρις Γέλτσιν, τονίζοντας πως ανησυχούσε για τη δημιουργία χιλιάδων προσφύγων από τη Σερβία και την καταστροφή της υποδομής, «ιδίως στον τομέα της Ενέργειας», από τους βομβαρδισμούς του ΝΑΤΟ, που έθεταν τη χώρα σε καταστροφική συνθήκη.

Χαρακτηριστικά, ο Πούτιν υπογράμμισε το εξής:

«Ένα κακό πράγμα που αντιμετωπίζουμε είναι η διάλυση της Γιουγκοσλαβίας. Είναι δύσκολο να φανταστούμε τις συνθήκες, όταν οι Σέρβοι πρόκειται να επιστρέψουν στο Κόσοβο. Έχουμε παρόμοια προβλήματα στη Ρωσία. Η ζωή δείχνει ότι η χρήση βίας δεν οδηγεί στην τελική επίλυση μιας σύγκρουσης».

Από την πλευρά του, ο Κλίντον απάντησε πως «για να επιλυθούν τα πράγματα στο Κόσοβο, πρέπει να είμαστε μαζί, όπως είμαστε στη Βοσνία» και πρόσθεσε ότι η Ουάσινγκτον, όπως και η Μόσχα, τασσόταν υπέρ της «επιστροφής των Σέρβων στα σπίτια τους».

Τρομοκρατία στον Καύκασο

Στις συνομιλίες τους, ο Πούτιν και ο Κλίντον συζήτησαν για την τρομοκρατική έξαρση στην περιοχή της Τσετσενίας.

Ειδικότερα, σε μια συνομιλία τους με ημερομηνία 2 Νοεμβρίου 1999, δηλαδή όσο ο Πούτιν ήταν ακόμα πρωθυπουργός, ο Κλίντον εξέφρασε την υποστήριξή του στον αγώνα της Ρωσίας κατά της τρομοκρατίας στην Τσετσενία, αλλά συνέστησε στη Μόσχα να δημιουργήσει μια «παράλληλη πολιτική στρατηγική» εκτός της στρατιωτικής καθώς, όπως σημείωσε, ήταν δύσκολο να υποστηρίξει δημόσια τις στρατιωτικές επιχειρήσεις της Ρωσίας λόγω των αναφορών για αμάχους μεταξύ των θυμάτων.

Από την πλευρά του, ο Πούτιν εξέφρασε την «εκτίμησή του» για την ανησυχία του Κλίντον πριν από το μάθημα Ιστορίας για τα γεγονότα που ακολούθησαν την de facto αναγνώριση της τσετσενικής ανεξαρτησίας από τη Ρωσία το 1996, μετά τον Πρώτο Τσετσενικό Πόλεμο του 1994-1996, και η οποία ώθησε τη Μόσχα να αρχίσει τη δεύτερη εκστρατεία μεταξύ του Αυγούστου 1999 και του Μαΐου 2000.

Συγκεκριμένα, ο Πούτιν εξήγησε:

«Η Τσετσενία δεν ίδρυσε λειτουργική κυβέρνηση. Χωρίστηκε σε εσωτερικές φατρίες. Εκτύπωσε πλαστά δολάρια. Διακινεί ναρκωτικά. Υπήρξαν εκτεταμένες απαγωγές. Στην πραγματικότητα, μια εγκληματική οικονομία δημιουργήθηκε στα σύνορα της Ρωσίας. Οι άνθρωποι άφηναν από τα υπάρχοντά τους και έφευγαν, αλλά το χάος δεν ήταν αρκετό. Οι ληστές αποφάσισαν να πραγματοποιήσουν ένοπλη επίθεση σε μια άλλη ρωσική δημοκρατία, το Νταγκεστάν, και σε μια άλλη μουσουλμανική δημοκρατία σε αυτό».

Ύστερα, ο Πούτιν σχεδίασε τρία βέλη σε ένα χαρτί και το έδειξε στον Κλίντον και του είπε:

«Πρώτα, μας επιτέθηκαν στο Νταγκεστάν, και τους χτυπήσαμε. Μια εβδομάδα αργότερα, μας χτύπησαν ξανά στο Νταγκεστάν και τους αντιμετωπίσαμε. Τότε χτύπησαν ξανά στο Νταγκεστάν και ο πληθυσμός του Νταγκεστάν τούς απώθησε. Στη συνέχεια, αυτοί οι τρομοκράτες πραγματοποίησαν τέσσερις διαφορετικές βομβιστικές επιθέσεις εναντίον πολυκατοικιών στο Νταγκεστάν και στη Μόσχα. Όλοι είπαν ότι 1.500 άνθρωποι σκοτώθηκαν από αυτές τις ενέργειες».

Ερωτηθείς τι είδους λύση για τη σύγκρουση θα ήθελε η Μόσχα, ο Πούτιν απάντησε ότι η ρωσική στρατηγική αποτελείται από «τρία μέρη»: την εξουδετέρωση των τρομοκρατών, τη δημιουργία βιώσιμων τοπικών κυβερνήσεων και τη διεξαγωγή εκλογών.

Tags:
ΗΠΑ, Βλαντίμιρ Πούτιν, Ρωσία, Μπιλ Κλίντον
ΠΡΟΤΥΠΑ ΚΟΙΝΟΤΗΤΑΣΣΥΖΗΤΗΣΗ
ΣΧΟΛΙΑΣΜΟΣ ΜΕΣΩ SPUTNIKΣΧΟΛΙΑΣΜΟΣ ΜΕΣΩ FACEBOOK