18:27 27 ΝΟΕΜΒΡΙΟY 2020
ΚΟΣΜΟΣ
Λήψη σύντομου url
0 112
Βρείτε μας

Αυτή η γυναίκα δεν τα παράτησε μέχρι το τέλος. Ακολουθούσε τα ίχνη του δολοφόνου για έξι χρόνια. Και για να αποδοθεί δικαιοσύνη, αποφάσισε να τον αποπλανήσει.

Ένα έγκλημα παρέμενε ατιμώρητο και η 49χρονη Βρετανίδα Λέχαν Σέργκισον έκανε ό,τι παιρνούσε από το χέρι της για να συλληφθεί ο άνδρας που σκότωσε τη θεία της. Έξι ολόκληρα χρόνια τον παρακολουθούσε και όταν πια σταμάτησε να έχει ελπίδες και να περιμένει βοήθεια από την αστυνομία και τις αρχές, αποφάσισε να αποπλανήσει τον ύποπτο. Αυτή είναι η ιστορία της.

Η στιγμή που ξεκίνησαν όλα...

Η Λέχαν Σέργκισον καθόταν με τη φίλη της σε μια πιτσαρία όταν χτύπησε το κινητό της. Δεν είχε ξαναδεί ποτέ εκείνο τον αριθμό, αλλά γνώρισε τον κωδικό της χώρας: Νότια Αφρική. Η Λέχαν ήξερε μόνο ένα άτομο που μπορούσε να την καλέσει από εκεί: η θεία της, η 59χρονη Κριστίν Ρόμπινσον, η οποία είχε ένα μικρό ξενοδοχείο σε απόσταση δύο ωρών από το Γιοχάνεσμπουργκ.

Σε νεαρή ηλικία, η Κριστίν Ρόμπινσον εργαζόταν ως καθηγήτρια αγγλικών και ταξίδευε σε όλο τον κόσμο: δίδασκε αγγλικά σε παιδιά στη Ρωσία, τη Γερμανία, την Κίνα και τη Μέση Ανατολή. Στο Κουβέιτ γνώρισε τον σύζυγό της, ο οποίος επίσης είχε βρεθεί εκεί λόγω δουλειάς. Η αγάπη για την περιπέτεια και τα ταξίδια ήταν εκείνα που τους ένωσαν. Μετακόμισαν στη Νότια Αφρική και άνοιξαν ένα ξενοδοχείο δίπλα στο Εθνικό πάρκο Μαρακέλε, γνωρίζοντας πως ήταν αρκετοί οι επισκέπτες που ήθελαν να δουν λιοντάρια, ελέφαντες και ρινόκερους από κοντά.

Μετά τον θάνατο του συζύγου της από καρκίνο, η γυναίκα σκεφτόταν να επιστρέψει στο Ηνωμένο Βασίλειο. Δεν μπορούσε όμως να πάρει την απόφαση και να φύγει από το ξενοδοχείο της, οπότε η μετακόμιση αναβαλλόταν για την επόμενη χρονιά.

Όταν η Λέχαν απάντησε στο τηλέφωνο, στη γραμμή δεν ήταν η θεία της, αλλά ο διευθυντής του ξενοδοχείου. Την ενημέρωσε ότι η Κριστίν Ρόμπινσον είχε δολοφονηθεί. «Ο σερβιτόρος μου σέρβιρε την πίτσα εκείνη τη στιγμή και την έριξα στο πάτωμα» θυμάται η Λέχαν.

Το στυγερό έγκλημα και ο 24χρονος ύποπτος κηπουρός

Η Κριστίν Ρόμπινσον πέθανε το απόγευμα της 30ής Ιουλίου του 2014, αλλά οι υπάλληλοι του ξενοδοχείου βρήκαν τη σορό της το επόμενο πρωί, όταν έφτασαν στη δουλειά. Ο δολοφόνος την είχε τυλίξει σε μια κουβέρτα και την άφησε μέσα σε μια λίμνη αίματος στη μέση της κρεβατοκάμαρας.

Η Κριστίν Ρόμπινσον με τον άνδρα της
Η Κριστίν Ρόμπινσον με τον άνδρα της

Κρίνοντας από τα αναποδογυρισμένα έπιπλα, η γυναίκα προσπαθούσε να αντισταθεί. Από τις γρατσουνιές και τις κοψίματα στο σώμα της, η αστυνομία έβγαλε το συμπέρασμα ότι ο δράστης αρχικά την κακοποίησε και πιθανώς τη βίασε. Ύστερα τη μαχαίρωσε αρκετές φορές και την άφησε να πεθάνει. Πιθανότατα, η αιτία του θανάτου ήταν μια πληγή στον λαιμό.

Πριν φύγει, ο δολοφόνος έκλεψε τα χρήματα που η Ρόμπινσον είχε πάρει από την τράπεζα την προηγούμενη μέρα. Το ποσό των μερικών χιλιάδων λιρών προοριζόταν για πληρωμή μισθών.

Ο κύριος ύποπτος ήταν ένας από τους υπαλλήλους του ξενοδοχείου - ο 24χρονος κηπουρός Ανδρέας Ντνλόβου.

Εργαζόταν για τη Ρόμπινσον για πάνω από 10 χρόνια και εξαφανίστηκε μετά τον θάνατό της. Σύμφωνα με τα βίντεο από την κάμερα ασφαλείας, στις έξι το πρωί ο κηπουρός μπήκε στο αυτοκίνητο του φίλου του, έφυγε και δεν επέστρεψε ποτέ.

Προς έκπληξη της αστυνομίας, ο Ντνλόβου απάντησε στο τηλέφωνο και είπε ότι αποφάσισε να επιστρέψει στην πατρίδα του τη Ζιμπάμπουε. Αυτή η χώρα συνορεύει με τη Νότια Αφρική στα βόρεια και βρίσκεται σχετικά κοντά, σε απόσταση περίπου 350 χιλιομέτρων από το πάρκο Μαρακέλε όπου έγινε η δολοφονία. Ο πρώην κηπουρός επέμενε ότι ήταν αθώος και υποσχέθηκε να συναντήσει τους αστυνομικούς. Την επόμενη μέρα τον περίμεναν στα σύνορα, αλλά δεν εμφανίστηκε ποτέ.

Η αστυνομία υποψιάστηκε ότι, όταν έφτασε στη Ζιμπάμπουε, ο Ντνλόβου άλλαξε το όνομά του. «Προσευχόμαστε μόνο να βρούμε κάποιον που γνωρίζει τη νέα του ταυτότητα» δήλωσε στους δημοσιογράφους ο αστυνομικός Χανγκουάνι Μουλαούτζι. «Τότε θα μπορούμε να τον βρούμε και να τον φέρουμε ενώπιον της δικαιοσύνης». Ένας άλλος ερευνητής, ο αντισυνταγματάρχης Ρόνελ Όττο, πρόσθεσε ότι ίσως ο δολοφόνος να μην ήταν μονάχα ένας αλλά περισσότεροι.

Ψάχνωντας τα ίχνη του στη Ζιμπάμπουε

Η Λέχαν δεν μπορούσε να πιστέψει ότι η αστυνομία είχε χάσει τον δολοφόνο. «Θα έπρεπε να είχαν επικοινωνήσει με τους συνοριοφύλακες για να τον εμποδίσουν να φύγει από τη χώρα» έλεγε αγανακτισμένη. Κάποια προβλήματα υγείας δεν της επέτρεψαν να πάει στη Νότια Αφρική προσωπικά, όμως ο αδελφός της Ρόμπινσον, Τζον ΜακΚάρθι, ταξίδεψε μέχρι εκεί. Ο συνταγματάρχης Σάκκι Λόρενς, επικεφαλής της έρευνας, τον συνάντησε αρκετές φορές και απάντησε σε όλες τις ερωτήσεις του, η υπόθεση όμως δεν προχώρησε παραπέρα.

«Για την αστυνομία της Νότιας Αφρικής πρόκειται για μια ακόμη υπόθεση δολοφονίας, και έχουν ήδη πάρα πολλές» δήλωνε ο ΜακΚάρθι το 2015. «Η υπόθεση μεταφέρθηκε στην Ιντερπόλ στη Ζιμπάμπουε. Περιμένουμε ότι θα φροντίσουν για τη σύλληψη και την έκδοση του δράστη». Το πρόβλημα ήταν ότι ο Ντνλόβου δεν είχε επικοινωνήσει με κανέναν για σχεδόν έναν χρόνο. Κατά τη διάρκεια αυτής της περιόδου, ο,τιδήποτε θα μπορούσε να συμβεί. Εάν είχε ήδη φύγει από τη Ζιμπάμπουε, η Ιντερπόλ δεν είχε καμία ελπίδα.

Ο αστυνομικός ερευνητής υπαινίχθηκε ότι μια βρετανική βοήθεια ή τουλάχιστον μια χρηματοδότηση στη νοτιοαφρικανική αστυνομία θα ήταν χρήσιμη. Η Λέχαν απευθύνθηκε στον βουλευτή της περιφέρειάς της, ο οποίος της είπε να επικοινωνήσει με το υπουργείο Εξωτερικών. Ωστόσο και από εκεί εισέπραξε μονάχα δικαιολογίες.

Τον Σεπτέμβριο του 2014 η Λέχαν παρέδωσε εκατοντάδες επιστολές από συγγενείς και φίλους της δολοφονημένης γυναίκας στην οικία του Βρετανού πρωθυπουργού στην Ντάουνινγκ Στριτ. Έλαβε ως απάντηση ένα σημείωμα από τον πρωθυπουργό, ο οποίος υποσχέθηκε «την απαραίτητη εκπροσώπηση για να επιτευχθεί η δικαιοσύνη». Παρ’ όλ’ αυτά, το θέμα δεν προχώρησε.

Τη Λέχαν τη βοηθούσε μια φιλανθρωπική οργάνωση η «Murdered Abroad», η οποία ενώνει τους συγγενείς των ανθρώπων που δολοφονήθηκαν στο εξωτερικό. Επιπλέον επικοινώνησε και με μια οργάνωση από την Νότια Αφρική, την «AfriForum», που εκπροσωπεί τα συμφέροντα των απογόνων των λευκών αποικιοκρατών.

Ο εκπρόσωπος του «AfriForum», Ίαν Κάμερον, επισκέφθηκε τον τόπο του εγκλήματος στις αρχές Αυγούστου του 2014 και από τότε τηλεφωνούσε στη Λέχαν κάθε χρόνο την ημέρα της δολοφονίας.

Τον Μάιο του 2019 δημοσιεύτηκε στον Τύπο της Νότιας Αφρικής η έκκληση προς τον Ντνλόβου να ομολογήσει τον φόνο της Ρόμπινσον από τον νέο επικεφαλής της έρευνας. Ο συνταγματάρχης Λόρενς, τον οποίο είχε συναντήσει ο αδελφός της Ρόμπινσον, είχε συνταξιοδοτηθεί.

«Το πιο εκνευριστικό είναι ότι ξέρουμε ποιος τη σκότωσε, αλλά κανείς δεν κάνει τίποτα» παραπονέθηκε η Λέχαν. Ο αδελφός της Ρόμπινσον δεν ήταν σίγουρος για την ενοχή του Ντνλόβου. Κατά την άποψή του, ο κηπουρός έγινε ο αποδιοπομπαίος τράγος επειδή έφυγε αμέσως μετά τη δολοφονία, αυτό όμως θα μπορούσε να ήταν τυχαίο. «Θεωρώ ότι υπάρχουν πολλές λεπτομέρειες που έρχονται σε αντίθεση με το ότι ήταν ο Ντνλόβου ο δολοφόνος» παραδέχτηκε. «Ωστόσο, ποιοι είμαστε εμείς για να το κρίνουμε αυτό; Τα τελικά συμπεράσματα μπορεί να βγάλει κανείς μόνο μετά τη σύλληψή του και την πραγματοποίηση του τεστ DNA. Τότε όλα θα γίνουν ξεκάθαρα με τον ένα ή με τον άλλο τρόπο».

Ψαρεύοντας με ζωντανό δόλωμα

Μετά τον θάνατο της θείας της, η Λέχαν έδωσε όρκο ότι θα βρει την αλήθεια, όσο κι αν της κόστιζε. «Οι νεκροί δεν μπορούν να ζητήσουν δικαιοσύνη. Το καθήκον των ζωντανών είναι να την επιδιώξουν για χάρη τους» έλεγε παραθέτοντας τα λόγια της συγγραφέως Λόις ΜακΜάστερ Μπυζόλντ. «Πιστεύω σε αυτά τα λόγια. Μου φάνηκε ότι έπρεπε να κάνω τα πάντα για να αποδοθεί δικαιοσύνη».

«Η οικογένειά μου θεωρούσε ότι τρελάθηκα, εγώ όμως δεν μπορούσα να τα παρατήσω. Ο πόνος που μου προκάλεσε η δολοφονία της, δεν καταλάγιαζε» ανέφερε η ανιψιά του θύματος.

Το 2018 ο πρώην διευθυντής του ξενοδοχείου της θείας της επικοινώνησε μαζί της και είπε ότι ο κηπουρός είχε επιστρέψει στη Νότια Αφρική και επανεμφανίστηκε στο Facebook. Η Λέχαν διαπίστωσε ότι ο Ντνλόβου είχε όντως λογαριασμούς σε κοινωνικά δίκτυα και σε ιστότοπους γνωριμιών, όπου δημοσίευε διάφορες φωτογραφίες και αποσπάσματα από τη Βίβλο. Ύστερα από περαιτέρω αναζήτηση βρήκε και άλλους λογαριασμούς του. Τα ονόματα ήταν διαφορετικά, αλλά οι φίλοι και οι φωτογραφίες ήταν τα ίδια.

Η Λέχαν έστειλε μια επιστολή στη διοίκηση του ιστότοπου γνωριμιών και ζήτησε να βοηθήσουν την αστυνομία να εντοπίσουν τον Ντνλόβου, αλλά δεν είχε λάβει καμία απάντηση. Τότε η γυναίκα κατάλαβε ότι έπρεπε να πιάσει μόνη της τον δολοφόνο.

Δημιούργησε έναν ψεύτικο λογαριασμό στο Facebook παριστάνοντας μια αεροσυνοδό από την Νότια Αφρική, τη Μίσσι Φαλκάο. Το ονοματεπώνυμο το δανείστηκε από τα σκυλιά της -ένα ζευγάρι λαγωνικών με τα ονόματα Σλόου (Αργή) Μίσσι και Φοίνιξ Φαλκάο. Η Λέχαν δημιούργησε και τη βιογραφία της: 28 ετών, γεννημένη στην Γκάνα, ζει κοντά στο αεροδρόμιο του Γιοχάνεσμπουργκ. Ανέβασε και μια φωτογραφία του χαριτωμένου μαύρου κοριτσιού.

Η Μίσσι Φαλκάο είχε αρκετούς φίλους με τους οποίους συνομιλούσε στο Facebook. Αρχικά οι περισσότεροι ήταν ανύπαρκτοι άνθρωποι όπως και η ίδια, στη συνέχεια όμως κάποιοι γνωστοί του Ντνλόβου στο Facebook άρχισαν να εμφανίζονται στη λίστα των φίλων της. Εκ μέρους της Μίσσι, η Λέχαν μιλούσε μαζί τους, αντιδρούσε στις φωτογραφίες τους και τους έλεγε χρόνια πολλά. Κανείς δεν μπορούσε να υποψιαστεί ότι στην πραγματικότητα μια 47χρονη γυναίκα από το Ηνωμένο Βασίλειο διαχειριζόταν τον λογαριασμό της δήθεν αεροσυνοδού από την Νότια Αφρική.

Φλερτ με τον δολοφόνο

Έξι μήνες αργότερα, η Λέχαν αποφάσισε ότι έφτασε η ώρα να επικοινωνήσει απευθείας με τον Ντνλόβου. Του έγραψε ένα προσωπικό μήνυμα και εκείνος της απάντησε. «Ήταν αφόρητο» παραδέχεται η Βρετανίδα. «Η φιλία και το φλερτ με τον άντρα που σκότωσε τη θεία Κριστίν με αηδίασαν, τη λάτρευα όμως και ήθελα να τιμωρηθεί ο δολοφόνος».

Μέσα σε δύο μήνες αντάλλαξαν εκατοντάδες μηνύματα. Η Λέχαν αναγκαζόταν να παρακολουθεί τον καιρό στο Γιοχάνεσμπουργκ και τα γεγονότα που λάμβαναν χώρο στην πόλη. Ο Ντνλόβου δεν υποψιάστηκε τίποτα και μια μέρα τής πρότεινε να μιλήσουν στο τηλέφωνο. Η Λέχαν έπρεπε να βρει δικαιολογίες. Στη συνέχεια της ζήτησε να συναντηθούν. «Ανατρίχιασα» θυμάται. «Ήταν σαν να προδίδω την Κριστίν. Δεν ήθελα όμως να χάσω την ευκαιρία να τον πιάσουν».

Η Λέχαν μελέτησε τον χάρτη του Γιοχάνεσμπουργκ και πρότεινε ένα μέρος, ημερομηνία και ώρα, και στη συνέχεια ενημέρωσε τους αστυνομικούς της Νότιας Αφρικής. Αρχικά της υποσχέθηκαν ότι θα περιμένουν τον Ντνλόβου και θα τον συλλάβουν, όμως την τελευταία στιγμή κάτι δεν πήγε καλά. Η γυναίκα έπρεπε να αναβάλει το ραντεβού αρκετές φορές εξαιτίας της αστυνομίας. «Ο Ντνλόβου θεωρούσε ότι έχω κάποιον άλλον!» λέει.

Όταν τελικά οργανώθηκε η ενέδρα, ο ύποπτος δεν ήρθε. Δεν απαντούσε πλέον στα μηνύματα της Μίσσι και η αστυνομία είπε ότι το κινητό του βρισκόταν εκτός δικτύου.

«Τότε σκέφτηκα ότι τελείωσε, αποτύχαμε» παραδέχεται η Λέχαν. Ωστόσο, τον Φεβρουάριο του 2020, ο Ντνλόβου δημοσίευσε μια καινούρια φωτογραφία στο Facebook. Από τα κτίρια πίσω του, φαινόταν ότι βρισκόταν ακόμη στο Γιοχάνεσμπουργκ. Η Λέχαν έστειλε τη φωτογραφία στην αστυνομία της Νότιας Αφρικής και στο Υπουργείο Εξωτερικών του Ηνωμένου Βασιλείου και περίμενε τη συνέχεια.

Η σύλληψη

«Πέρασαν μερικοί μήνες, ήμουν ξαπλωμένη στο κρεβάτι μου την ημέρα της έκτης επετείου του θανάτου της Κριστίν και ξαφνικά σκέφτηκα: "Άντε στον διάολο. Τι έχω να χάσω;"» Άνοιξε το Facebook, ανέβασε τις φωτογραφίες του Ντνλόβου και έγραψε: «Έξι χρόνια πριν, αυτός ο άντρας βίασε και σκότωσε τη θεία μου Κριστίν Ρόμπινσον. Απολαμβάνει ακόμα την ελευθερία του παρόλο που αφαίρεσε μια ζωή».

Ο Ιαν Κάμερον ο οποίος είχε αποχωρήσει από την «AfriForum» μέχρι τότε, έκανε κοινοποίηση. Λίγες ώρες αργότερα, έλαβε ένα σχόλιο από μια άγνωστη γυναίκα από την Νότια Αφρική που αναγνώρισε τον άνδρα στη φωτογραφία.

«Της τηλεφώνησα και μου είπε ότι ο Ντνλόβου εργαζόταν για τον πατέρα της στο Γιοχάνεσμπουργκ για τέσσερα χρόνια. Έστειλα τις φωτογραφίες του στον πατέρα της και εκείνος επιβεβαίωσε ότι ο Ντνλόβου ήταν πράγματι υπάλληλός του» ανέφερε ο Ίαν Κάμερον.

Ο πρώην εργοδότης είχε τη διεύθυνση της κατοικίας του υπόπτου. Ο Κάμερον πήγε στον συνταξιούχο συνταγματάρχη Λόρενς, ο οποίος συμμετείχε παλαιότερα στην έρευνα για τη δολοφονία της Ρόμπινσον. Με τη βοήθειά του, ο Ντνλόβου συνελήφθη εκείνο το απόγευμα.

Ο Κάμερον ήταν παρόν στη σύλληψη και είδε τον Ντνλόβου. «Ήταν τρομερά ήρεμος» τονίζει. Μετά τη σύλληψη, ο κρατούμενος μεταφέρθηκε στην πόλη Τχαμπαζίμπι, κοντά στον τόπο της δολοφονίας. Εξακολουθεί να ισχυρίζεται ότι είναι αθώος και θεωρεί ότι κάποιος του την έχει στήσει. Η δίκη θα ξεκινήσει τον Οκτώβριο.

«Είναι μια πικρή χαρά το ότι επιτέλους συνελήφθη» επισημαίνει η Λέχαν. «Ποτέ δεν θεωρούσα τον εαυτό μου ντετέκτιβ, αλλά δεν μπορούσα να τα παρατήσω λόγω της Κριστίν. Ξέρω ότι αν μου συνέβαινε κάτι, θα έκανε το ίδιο».

Tags:
σύλληψη, έγκλημα, δολοφονία, Βρετανία
ΠΡΟΤΥΠΑ ΚΟΙΝΟΤΗΤΑΣΣΥΖΗΤΗΣΗ
ΣΧΟΛΙΑΣΜΟΣ ΜΕΣΩ SPUTNIKΣΧΟΛΙΑΣΜΟΣ ΜΕΣΩ FACEBOOK