09:30 25 ΦΕΒΡΟΥΑΡΙΟY 2021
ΚΟΣΜΟΣ
Λήψη σύντομου url
0 10
Βρείτε μας

Κατά την αναζήτηση του θησαυρού ενός τρελού εκατομμυριούχου σκοτώθηκαν πέντε άτομα. Ο θησαυρός βρέθηκε, τα περισσότερα μυστικά όμως παραμένουν άλυτα.

Δέκα χρόνια πριν, ο εκκεντρικός Αμερικανός συλλέκτης Φόρεστ Φεν έκρυψε ένα σεντούκι με χρυσό και κοσμήματα στα Βραχώδη Όρη. Πέρσι τον Ιούνιο, ο Φεν ανακοίνωσε ότι ο θησαυρός βρέθηκε, ενώ τρεις μήνες αργότερα πέθανε χωρίς να αποκαλύψει τα μυστικά του.

Ας δούμε γιατί οι κυνηγοί θησαυρών συνεχίζουν να αναζητούν το κλειδί για τα μυστικά του θησαυρού του.

Ο άνθρωπος που βρήκε το σεντούκι του Φόρεστ Φεν ισχυρίζεται ότι η νίκη δεν του έφερε χαρά. Όταν επέστρεψε στο αυτοκίνητο με τον θησαυρό, κάθισε και έκλαψε.

«Η στιγμή που τον βρήκα δεν ήταν το θριαμβευτικό τέλος, όπως στις ταινίες του Χόλιγουντ που πιθανώς φανταζόταν κάποιος» τόνισε ο κυνηγός θησαυρού. «Μου φάνηκε ότι είχα περάσει από μια απίθανη δοκιμασία και επέζησα ως εκ θαύματος».

Για τον ίδιο, το κυνήγι του θησαυρού κράτησε τρία χρόνια. Λογικά τη γλίτωσε εύκολα, διότι μεταξύ των αντιπάλων του υπήρχαν άνθρωποι οι οποίοι αναζητούσαν τον θησαυρό επί δέκα χρόνια. Είχαν δώσει πολλή ενέργεια στο πάθος τους, το οποίο όμως μετατράπηκε σε πλήρη απογοήτευση. Ο Φόρεστ Φεν, από την πλευρά του, ήθελε μόνο να μοιραστεί με τους ανθρώπους την αγάπη του για τις περιπέτειες που είχε βιώσει σε τεράστιο βαθμό στη ζωή του.

Φόρεστ Φεν: Μία ιστορία γεμάτη περιπέτειες και... πλαστά έργα

Πριν γίνει συλλέκτης, ο Φεν, για 20 χρόνια, υπηρετούσε ως στρατιωτικός πιλότος. Κατά τη διάρκεια του πολέμου στο Βιετνάμ, το μαχητικό του χτυπήθηκε δύο φορές, αυτός όμως επέζησε, κατάφερε να βγει από τη ζούγκλα και επέστρεψε στις ΗΠΑ με ένα ασημένιο αστέρι, το μετάλλιο γενναιότητας που του απένειμαν.

Όταν λόγω υπηρεσίας βρέθηκε στην Ιταλία, εκμεταλλεύτηκε την ευκαιρία και πήγε στην Πομπηία αναζητώντας θραύσματα ρωμαϊκών αμφορέων. Ο Φεν βρήκε άλλο ένα αρχαίο αντικείμενο στη Λιβύη. Αργότερα, ανέφερε συχνά το ταξίδι του στη Σαχάρα, όπου, κοντά σε ένα καμένο γερμανικό τανκ, ανακάλυψε μια αιχμή δόρατος που είχε φτιαχτεί χιλιάδες χρόνια πριν.

Μέχρι το τέλος της στρατιωτικής του καριέρας, ο Φεν είχε συγκεντρώσει μια μεγάλη συλλογή αρχαιοτήτων.

Έμαθε πώς να αγοράζει έργα φτωχών καλλιτεχνών πληρώνοντας αρκετά μικρά ποσά και στη συνέχεια να τα μεταπουλάει σε υψηλότερη τιμή ή να τα ανταλλάσσει με χειροποίητα αντικείμενα Ινδιάνων.

Μετά την αποστρατεία, ο Φεν αποφάσισε να ασχοληθεί επαγγελματικά με το εμπόριο έργων τέχνης.

Αρχικά, αγόρασε ένα μερίδιο σε ένα κατάστημα με αντίκες που ανήκε σε κάποιον άλλον, ενώ μερικά χρόνια αργότερα άνοιξε τη δική του γκαλερί στη Σάντα Φε.

«Ήμουν καλλιτεχνικά αγράμματος, χωρίς καμία πανεπιστημιακή εκπαίδευση ή κάποιο επιχειρηματικό πνεύμα. Ευτυχώς, όμως, βρέθηκα στο σωστό μέρος την κατάλληλη στιγμή και με το σωστό εμπόρευμα. Χρησιμοποιώ τη λέξη "εμπόρευμα" επειδή για μένα οι καλλιτέχνες ήταν απλώς παραγωγοί και οι πίνακες που ζωγράφισαν δεν ήταν παρά κάποια προϊόντα» έγραψε ο Φόρεστ Φεν.

Η γκαλερί του λειτουργούσε με μεγάλη επιτυχία. Ο Φεν συνέχισε να συλλέγει αντικείμενα Ινδιάνων και, χωρίς τύψεις, πουλούσε πλαστά έργα των Ντεγκά, Μοντιλιάνι και Μονέ, τα οποία δημιουργούσε ο περίφημος Ούγγρος πλαστογράφος Ελμίρ ντε Χόρι.

Για να μην κατηγορηθεί για απάτη, ανάγκαζε τους πελάτες του να υπογράφουν ένα ειδικό έγγραφο, στο οποίο δήλωναν ότι είχαν ενημερωθεί για την προέλευση του πίνακα και κατανοούσαν ότι αγόραζαν πλαστό έργο.

Παρ’ όλ’ αυτά, ο συλλέκτης είχε αρκετά προβλήματα με τον νόμο. Το 1986 στα χέρια των Αρχών βρέθηκε μια ηχογραφημένη συνομιλία στην οποία ο Φεν έλεγε με περηφάνια για ένα πέτρινο τσεκούρι που ήταν κλεμμένο από έναν τάφο στην Αριζόνα.

Στη συνέχεια η αστυνομία πραγματοποίησε έρευνα στην γκαλερί, κατάσχεσε μερικά αντικείμενα, η υπόθεση όμως δεν προχώρησε πάρα πέρα. Το 2009 υπήρχαν πάλι υποψίες ότι ο Φεν είχε σχέσεις με τυμβωρύχους.

Η έρευνα διαρκούσε αρκετά χρόνια, με αποτέλεσμα να πραγματοποιηθούν συλλήψεις 23 ατόμων. Τρεις ύποπτοι αυτοκτόνησαν, ο Φεν έχασε δύο εκθέματα, αλλά κατάφερε να αποφύγει τις κατηγορίες.

Στα μέσα της δεκαετίας του 1980 ο Φεν κέρδιζε από την γκαλερί του περίπου έξι εκατομμύρια δολάρια τον χρόνο (σήμερα το ποσό αντιστοιχεί σε 14,2 εκατομμύρια δολάρια).

Συχνά οργάνωνε πάρτι για πελάτες, μεταξύ των οποίων υπήρχαν αρκετοί πολιτικοί και αστέρια του Χόλιγουντ. Για τη διασκέδαση των επισκεπτών, στην αυλή της γκαλερί υπήρχαν δύο αλιγάτορες, ονόματι Έλβις και Μπέογουλφ.

Οι εχθροί του ιδιοκτήτη γκρίνιαζαν ότι ο ίδιος ο Φεν έμοιαζε με αλιγάτορα. Εκείνος όμως δεν έδινε σημασία στην γκρίνια τους. «Η επιχείρηση στον χώρο της τέχνης μοιάζει με θρησκεία» εξήγησε.

«Θεωρείται λογικό να δουλεύεις με απώλειες ή να επιβιώνεις δύσκολα, και μόλις αρχίσεις να βγάζεις χρήματα, έρχεται το τέλος της φήμης σου».

Το βιβλίο, οι κρυμμένες οδηγίες και το τέλος που δεν ήλθε

Το 1988 ο Φεν, ο οποίος ήταν τότε 58 ετών, διαγνώστηκε με κακοήθη όγκο. Οι γιατροί θεωρούσαν ότι του απέμεναν τρία χρόνια ζωής... και αυτό στην καλύτερη περίπτωση. «Όλοι πίστευαν ότι θα πεθάνω, και εγώ σκεφτόμουν το ίδιο» επισήμανε ο Φεν.

«Δεν θα ήθελα καθόλου να με βάλουν σε ένα κιβώτιο και να με θάψουν. Κατά την άποψή μου είναι πολύ σκοτεινά και παγωμένα κάτω από τη γη. Είναι για πάντα. Θα προτιμούσα μια ζεστή ηλιόλουστη μέρα να πάω στα βουνά και να καθίσω κάτω από ένα δέντρο, ώστε να υπάρχει καθαρός αέρας και μυρωδιές της φύσης. Να πεθάνω εκεί και το σώμα μου να αποσυντίθεται αργά και να μεταμορφώνεται σε γη. Υπάρχει τίποτα καλύτερο;» έγραψε ο Φόρεστ Φεν.

Στη συνέχεια ο Φεν αποφάσισε να πουλήσει την γκαλερί και να σκεφτεί σοβαρά τον θάνατο. Αργότερα, ισχυρίστηκε ότι τότε του ήρθαν οι πρώτες σκέψεις για τον θησαυρό.

Σύμφωνα με την πρώτη ιδέα του, το σεντούκι με τον θησαυρό έπρεπε να βρίσκεται δίπλα στη σορό του και να το πάρει αυτός που θα το βρει. Αρχικά αγόρασε ένα παλιό χάλκινο σεντούκι κόστους 25.000 δολαρίων, και στη συνέχεια άρχισε να ψάχνει για έναν συγγραφέα που θα κρυπτογραφούσε τη διαδρομή προς τον θησαυρό στη βιογραφία του. Κανένας όμως δεν ήθελε να ασχοληθεί. «Κατά την άποψή μου, δεν τους άρεσε η ιδέα ότι θα πέθαινα κάπου ανάμεσα στα δέντρα» θεωρούσε ο Φεν.

Το συμπέρασμα των γιατρών ήταν λανθασμένο. Πέρασαν τρία χρόνια, ο καρκίνος όμως δεν είχε επιστρέψει. Παρ’ όλ’ αυτά, ο Φεν δεν ξεφορτώθηκε το σεντούκι.

Κατά τη διάρκεια των επόμενων 20 χρόνων τοποθετούσε μέσα χρυσά νομίσματα και πολύτιμους λίθους, διαμάντια, ζαφείρια και ρουμπίνια. Πρόσθεσε επίσης προ-Κολομβιανά ζωικά αγαλματίδια από τη συλλογή του, ένα ζευγάρι καθρεφτών από σφυρήλατο χρυσό, σκαλιστά κοσμήματα από νεφρίτη από την αρχαία Κίνα και άλλα παρόμοια αντικείμενα. Ο θησαυρός σε τελική μορφή ζύγιζε περίπου δέκα κιλά και είχε κόστος, σύμφωνα με διάφορες εκτιμήσεις, από ένα έως δύο εκατομμύρια δολάρια.

Δέκα χρόνια πριν, ο Φεν αποφάσισε να κρύψει τον θησαυρό χωρίς να περιμένει τον θάνατο. Κρυφά από όλους, πήγε το σεντούκι με τα πολύτιμα αντικείμενα σε ένα απομονωμένο μέρος και λίγους μήνες αργότερα το περιέγραψε στα απομνημονεύματά του. Στο τέλος του βιβλίου, το οποίο δημοσίευσε με δικά του έξοδα, βρισκόταν ένα ποίημα του με εννέα κρυπτογραφημένα στοιχεία που οδηγούσαν στον θησαυρό.

Ο Φεν εκτύπωσε μόνο χίλια αντίτυπα, οπότε αρχικά η έκδοση του βιβλίου πέρασε απαρατήρητη. Δύο χρόνια αργότερα, το περιοδικό «Newsweek» δημοσίευσε ένα άρθρο για τον θησαυρό, και στη συνέχεια προσκάλεσαν τον συλλέκτη στην τηλεοπτική εκπομπή «Today» στο κανάλι NBC. Εκατομμύρια θεατές έμαθαν για τον θησαυρό, και ξεκίνησε ένας πραγματικός «πυρετός του χρυσού».

Ένα κυνήγι θησαυρού πνιγμένο στο αίμα ανθρώπων

Ο ίδιος ο Φεν ισχυρίστηκε ότι περίπου 350.000 άνθρωποι αναζητούσαν τον θησαυρό του. Κάποιοι από αυτούς για χάρη της αναζήτησης εγκατέλειψαν τη δουλειά τους και ξόδεψαν όλες τις οικονομίες τους.

Κάποιοι κυνηγοί θησαυρού είχαν συλληφθεί προσπαθώντας να σκάψουν σε νεκροταφεία και εθνικά πάρκα. Κάποιοι άλλοι έπαιρναν τηλέφωνο τον Φεν απειλώντας τον, ενώ το 2018 ένας κλέφτης μπήκε στο σπίτι του και προσπάθησε να κλέψει ένα σεντούκι, το οποίο, κατά την άποψή του, περιείχε κοσμήματα, ενώ στην πραγματικότητα περιείχε μόνο κάποια σεντόνια. Ο Φεν και η κόρη του σταμάτησαν τον δράστη και τον σημάδευαν με ένα όπλο μέχρι να φτάσει η αστυνομία.

Από τα απομνημονεύματα του Φεν προέκυψε ότι ο θησαυρός του ήταν κρυμμένος κάπου στα Βραχώδη Όρη βόρεια της Σάντα Φε. Το ποίημα περιείχε ασαφείς αναφορές σε ένα φαράγγι, ένα ποτάμι και μια περίεργη λεπτομέρεια που αφορούσε κάποια φλόγα.

Οι κυνηγοί θησαυρού θεωρούσαν ότι ο Φεν αναφερόταν σε κάποιο δέντρο ή κάποιο βράχο με ασυνήθιστο σχήμα, σε κάποιο ίχνος δασικής πυρκαγιάς, ή ίσως σε ένα σημάδι στον κορμό (η αγγλική λέξη blaze, η οποία χρησιμοποιήθηκε σε ποίημα, μπορεί να μεταφραστεί και έτσι).

Με τον ένα ή με τον άλλο τρόπο, η περιοχή αναζήτησης ήταν τεράστια και αποτελούσε εκατοντάδες χιλιάδες τετραγωνικά χιλιόμετρα. Στη συνέχεια ο Φεν πρόσθεσε μερικά στοιχεία ακόμη.

Συγκεκριμένα, παραδέχτηκε ότι το σεντούκι δεν ήταν κρυμμένο σε νεκροταφείο, σε ορυχείο ή σε οποιοδήποτε κτίριο και πρότεινε να το αναζητούν μόνο στις Πολιτείες της Μοντάνα, του Γουαϊόμινγκ, του Κολοράντο και του Νέου Μεξικού.

Τα σημεία που πληρούσαν όλα τα κριτήρια του Φεν είχαν μειωθεί σημαντικά. Τα μέρη αυτά όμως ήταν τα πιο άγρια ​​και πιο επικίνδυνα μέρη στα Βραχώδη Όρη.

«Αστραπές, αρκούδες, γκρεμοί, γεωθερμικές ζώνες. Τα πεύκα δεν είναι σταθερά και μπορούν εύκολα να πέσουν. Τα τελευταία χρόνια όλα αυτά αποτελούσαν αιτίες θανάτου ανθρώπων. Για να φτάσει κάποιος εκεί, πρέπει να προετοιμαστεί σοβαρά και να ξέρει τι πρέπει να κάνει» επισήμανε ο Τζιμ Χολστάιν, ξεναγός στο εθνικό πάρκο Γέλοουστοουν στο Γουαϊόμινγκ.

Πολλοί, αν όχι η πλειοψηφία των ανθρώπων που ενδιαφέρθηκαν για το αίνιγμα του Φεν, δεν είχαν ιδέα τι μπορεί να τους περιμένει στα βουνά.

«Θεωρούσα ότι ήρθε το τέλος μου» τόνιζε ο ψυχίατρος Ρόμπερτ Ντέιβις, ο οποίος πραγματοποιούσε την αναζήτηση του θησαυρού το 2015. «Βρέθηκα σε ένα σημείο όπου κανείς δεν θα μπορούσε να με βρει και να με φτάσει. Στην περιοχή υπήρχαν πολλά πούμα».

Αρχικά, ήταν τόσο σίγουρος ότι έλυσε τον γρίφο της κρυπτογράφησης που πήρε μια τσάντα για κοσμήματα στο Κολοράντο και έφτιαξε σχέδιο για το πώς θα τα πάρει στο σπίτι του. Στην πράξη όμως αποδείχθηκε ότι τα πράγματα δεν ήταν και τόσο απλά. Ο Ντέιβις με δυσκολία κατάφερε να ανέβει σε μια απότομη ανάβαση, και στη συνέχεια σχεδόν λιποθύμησε κάτω από έναν καταρράκτη.

Τουλάχιστον επέζησε. Κάποιοι άλλοι κυνηγοί στάθηκαν λιγότερο τυχεροί. Το πρώτο θύμα από το κυνήγι του θησαυρού του Φεν ήταν ο 54χρονος Ράντι Μπιλιέ, ο οποίος εξαφανίστηκε το 2016. Λίγους μήνες αργότερα, ο σκελετός του βρέθηκε στις όχθες του ποταμού Ρίο Γκράντε στο Νέο Μεξικό.

Έναν χρόνο αργότερα πέθαναν ακόμη τρία άτομα: ο 52χρονος ιερέας Πάρις Ουόλες πνίγηκε σε παραπόταμο του ίδιου του Ρίο Γκράντε, ο 31χρονος Έρικ Άσμπι εξαφανίστηκε κατά τη διάρκεια του ράφτινγκ στον ποταμό Αρκάνσας στο Κολοράντο και ο 53χρονος Τζεφ Μέρφι έπεσε στον γκρεμό στο πάρκο Γέλοουστοουν στο Γουαϊόμινγκ.

Τον Φεβρουάριο του 2020 ο 58χρονος Μάικλ Σέξον και ο 65χρονος συνεργάτης του βρήκαν μπελάδες στη Γιούτα. Ήταν σίγουροι ότι ο θησαυρός ήταν κρυμμένος εκεί – στην προστατευόμενη περιοχή με τα απολιθωμένα οστά δεινοσαύρων στους πρόποδες της οροσειράς Γιουίντα.

Δεν κατάφεραν να προχωρήσουν μακριά επειδή τα οχήματα χιονιού τους κόλλησαν στο βαθύ χιόνι. Οι κυνηγοί θησαυρών αναγκάστηκαν να απευθυνθούν σε υπηρεσίες έκτακτης ανάγκης και διασώθηκαν την ίδια μέρα.

Αλλά η πρώτη αποτυχία δεν τους σταμάτησε. Στις 17 Μαρτίου ο Σέξον και ο φίλος του νοίκιασαν ξανά δύο οχήματα χιονιού για να φτάσουν στο ίδιο σημείο. Παρά το κρύο, ήταν ελαφρώς ντυμένοι και πήραν μαζί τους μόνο τα απομνημονεύματα του Φεν, μερικές μπάρες σοκολάτας και μερικά πλαστικά μπουκάλια νερό.

Αυτή τη φορά το χιόνι ήταν λιγότερο. Κάποια στιγμή όταν τα οχήματα δεν μπόρεσαν να προχωρήσουν μπροστά, οι κυνηγοί θησαυρού τα παράτησαν και συνέχισαν με τα πόδια. Μετά από μερικές ώρες, κατάλαβαν ότι χάθηκαν. Δυστυχώς δεν μπόρεσαν να καλέσουν τους διασώστες επειδή δεν είχαν σήμα.

Η επιχείρηση διάσωσης διήρκησε μερικές ημέρες. Χρειάστηκαν σχεδόν 24 ώρες για να βρεθεί το εγκαταλελειμμένο φορτηγάκι. Μια μέρα αργότερα, οι διασώστες βρήκαν τα παρατημένα οχήματα χιονιού και στη συνέχεια συνάντησαν τον 65χρονο σύντροφο του Σέξον που έψαχνε κάποιο σημείο όπου θα λειτουργούσε το κινητό του. Ο Σέξον είχε ήδη πεθάνει από υποθερμία.

Οι τρελές θεωρίες των κυνηγών του θησαυρού

Ο Σέξον ήταν το τελευταίο άτομο που πέθανε στην αναζήτηση του θησαυρού. Εν τω μεταξύ, η Γιούτα, όπου βρήκε τον θάνατο, δεν ήταν καν στη λίστα των Πολιτειών που σημείωσε ο Φεν.

Ο ίδιος όμως, όπως και πολλοί άλλοι κυνηγοί θησαυρού, δεν είχε καμία αμφιβολία ότι δεν έπρεπε να παίρνουν τοις μετρητοίς ούτε τα λόγια ούτε τα ποιήματα του πονηρού συλλέκτη. Οι αποκρυπτογραφήσεις τους συχνά εντυπωσίαζαν όχι τόσο με την εφευρετικότητα τους όσο με την τρέλα τους.

Για παράδειγμα, ο δικηγόρος Μπόιντ Χιλ θεωρούσε ότι στο ποίημα του Φεν υπήρχε μια αλληγορία στη Σκανδιναβική μυθολογία. Δεν είναι γνωστό τι τον οδήγησε σε αυτό το συμπέρασμα, επειδή ούτε στα απομνημονεύματά του ούτε στο ποίημα υπήρχε κάποια αναφορά για τους Βίκινγκς, για τη ζωή των οποίων ο συλλέκτης δεν ενδιαφερόταν ποτέ.

Τέλος πάντων, με κάποιον τρόπο ο Χιλ αποφάσισε ότι ο θησαυρός ήταν κρυμμένος στη Μοντάνα βόρεια του Γέλοουστοουν και πήγε εκεί. Το ταξίδι του δεν είχε επιτυχία επειδή υπήρχαν πάρα πολλές αρκούδες, λύκοι και πούμα στο συγκεκριμένο μέρος, οπότε έπρεπε να υποχωρήσει.

Η 47χρονη δικηγόρος Μπάρμπαρα Άντερσεν από το Σικάγο σκέφτηκε ότι βρήκε κάποιο στοιχείο στο μπλογκ του Φεν. Παρατήρησε εκεί μια φωτογραφία ενός φθαρμένου καπέλου με μια τετράγωνη τρύπα που είχε δημοσιεύσει ο συλλέκτης.

Κατά την άποψή της, η τρύπα έδειχνε την Πολιτεία του Νέου Μεξικού που στον χάρτη είχε τετράγωνο σχήμα. Η Άντερσεν ταξίδεψε στο Νέο Μεξικό 20 φορές με τον σκύλο της ονόματι Κεξ, ξόδεψε χιλιάδες δολάρια, αλλά δεν βρήκε τίποτα.

Τελικά, έβγαλε συμπέρασμα ότι κάποιος είχε μπει στον υπολογιστή της, έκλεψε την αποκρυπτογράφησή της και την ακολουθούσε στα ταξίδια της. Είχε σκοπό να αποδείξει το δικαίωμά της για τον θησαυρό στο δικαστήριο.

Ο κυνηγός θησαυρού Ντέιβιντ Κρίστενσεν επέλεξε το Γουαϊόμινγκ για την αναζήτηση, αλλά η πορεία του προς τον θησαυρό έληξε στο δικαστήριο. Του έπεσε το σακίδιο στο φαράγγι του Γέλοουστοουν και ο ίδιος κόλλησε σε κάποιο σημείο προσπαθώντας να το φτάσει.

Οι διασώστες αναγκάστηκαν να στήσουν μια επιχείρηση που διαρκούσε αρκετές ώρες, σε συνθήκες θερμοκρασίας κάτω από το μηδέν. Τρεις μήνες αργότερα, ο Κρίστενσεν καταδικάστηκε σε ποινή φυλάκισης επτά ημερών, πρόστιμο 4.000 δολαρίων και του απαγόρευσαν να επιστρέψει στο Γέλοουστοουν μέχρι το 2025.

«Μπορεί να με θεωρείτε τρελό, δεν με νοιάζει, νιώθω όμως με όλη μου την καρδιά ότι έλυσα το μυστήριο του θησαυρού του Φεν. Είμαι ακόμη σίγουρος ότι βρίσκεται κάπου εκεί, στο φαράγγι» έγραψε ο Ντέιβιντ Κρίστενσεν.

Η 50χρονη μασέρ Μίριαμ ντε Φρόνζο ξόδεψε τριάμισι χρόνια για την αναζήτηση του θησαυρού και ένα σημαντικό χρηματικό ποσό. Σκέφτηκε ότι το ποίημα του Φεν αποτελούσε έναν αναγραμματισμό, οπότε δημιούργησε από τα ίδια γράμματα κάποιο δικό της κείμενο με πληροφορίες ότι ο θησαυρός ήταν κρυμμένος στο Νέο Μεξικό.

Στις αρχές του Ιουνίου, η Ντε Φρόνζο νοίκιασε ένα τζιπ για να φτάσει στο συγκεκριμένο σημείο και να ελέγξει αν είχε δίκιο. Όταν σχεδόν είχε φτάσει στο επιθυμητό σημείο, έμαθε ότι κάποιος την είχε προσπεράσει και είχε βρει τον θησαυρό.

Μυστήριο με τον νικητή και οι θεωρίες για τον θησαυρό που δεν βρέθηκε ή... δεν υπήρξε καν

Στις 6 Ιουνίου ο Φεν ανακοίνωσε ότι ο θησαυρός του τελικά βρέθηκε. Δεν υπήρχε καμία αμφιβολία επειδή ο νικητής τού είχε στείλει μια φωτογραφία του θησαυρού.

«Η αναζήτηση τελείωσε! Ο θησαυρός βρισκόταν κάτω από τα αστέρια σε ένα μέρος με πλούσια δασώδη βλάστηση των Βραχωδών Ορών στο σημείο όπου το έκρυψα πάνω από δέκα χρόνια πριν. Δεν γνωρίζω τον άνθρωπο που τον ανακάλυψε, τα ποιήματα όμως στο βιβλίο μου τον οδήγησαν ακριβώς στο σωστό σημείο. Θα ήθελα να συγχαρώ τα χιλιάδες άτομα που συμμετείχαν στην αναζήτηση. Ελπίζω ότι δεν έχασαν τις ελπίδες τους για νέες ανακαλύψεις» έγραψε ο Φόρεστ Φεν.

Τον Ιούνιο ο Φεν συνάντησε για πρώτη φορά τον νικητή και είδε μαζί του το περιεχόμενο του σεντουκιού.

Το ίδιο το σεντούκι σχεδόν δεν είχε αλλάξει, το χρώμα του είχε γίνει λίγο πιο σκούρο λόγω του καιρού που ήταν θαμμένο και της υγρασίας.

Τα νομίσματα και οι πολύτιμοι λίθοι ήταν στη θέση τους, όπως και το χειρόγραφο στο γυάλινο βάζο. Ο 90χρονος συλλέκτης εξεπλάγην που βρήκε το ψαλίδι του μέσα.

«Γιατί το έβαλε εκεί;» ρώτησε. «Φυσικά, δεν το ήξερα» επισήμανε αργότερα ο κυνηγός θησαυρού. «Σκεφτόμουν ότι μπορούσε να ήταν το ψαλίδι του Τουταγχαμών ή κάποιου άλλου. Αλλά όχι».

Το γεγονός της ανακάλυψης του θησαυρού απογοήτευσε λίγο τον Φεν. Όταν έγραφε τα απομνημονεύματά του, δεν πίστευε ότι στην αναζήτηση του θησαυρού θα συμμετείχαν τόσο πολλά άτομα.

Δεν είχε υπολογίσει ότι η αναζήτηση θα τελείωνε έτσι. «Δεν ξέρω τι νιώθω σχετικά με αυτό» δήλωσε ο συλλέκτης στο περιοδικό «The New Mexico». «Λίγη χαρά και λίγη θλίψη επειδή το κυνήγι τελείωσε».

Τρεις μήνες αργότερα, ο Φόρεστ Φεν πέθανε – και όχι στα βάθη ενός πυκνού δάσους, όπως ονειρεύτηκε κάποτε, αλλά στο σπίτι του στη Σάντα Φε.

Σχεδόν τίποτα δεν είναι γνωστό για τον άνθρωπο που βρήκε το σεντούκι. Ζήτησε από τον Φεν να μην αναφέρει το όνομά του και ο εκατομμυριούχος κρατούσε το μυστικό του μέχρι τον θάνατό του.

Ο συλλέκτης ανέφερε μόνο μία λεπτομέρεια: ήταν ένας άντρας από την Ανατολική Ακτή των ΗΠΑ. Τον Σεπτέμβριο ο κυνηγός θησαυρού δημοσίευσε στο διαδίκτυο ένα άρθρο σχετικά με το εύρημα και τη συνάντησή του με τον Φεν, στο οποίο παραδέχτηκε ότι γεννήθηκε ανάμεσα στις αρχές της δεκαετίας του 1980 και τα μέσα της δεκαετίας του 1990, δηλαδή θα μπορούσε να τον αποκαλέσει κάποιος μιλένιαλ.

Ήταν σίγουρος ότι είχε λύσει τον γρίφο του Φεν από το 2018, χρειάστηκαν όμως μήνες για να βρει την ακριβή τοποθεσία. «Μερικά χρόνια πριν, άκουσα για τον Φόρεστ Φεν, έχασα εντελώς την πίστη στον εαυτό μου» έγραψε ο κυνηγός θησαυρού.

«Μου αρέσει να θεωρώ ότι αυτό με βοήθησε να βρω τον θησαυρό. Δεν είχα καθόλου εμπιστοσύνη στις ικανότητές μου, οπότε αναγκάστηκα να βασίζομαι στα γεγονότα, χωρίς να δίνω προσοχή σε προαισθήματα και εικασίες».

Προς απογοήτευση άλλων, η σωστή λύση του γρίφου παραμένει μυστική. Ο Φεν δήλωσε ότι το σεντούκι ήταν κρυμμένο στο Γουαϊόμινγκ χωρίς όμως να αναφέρει περισσότερες λεπτομέρειες.

Στο άρθρο του νικητή που βρήκε τον θησαυρό αναφέρεται ότι ο θησαυρός βρισκόταν σε απόσταση περίπου 300 μέτρα από την «ψεύτικη φλόγα» από το ποίημα του Φεν, δεν υπάρχει όμως κανένα άλλο στοιχείο για το τι ακριβώς εννοούσε με τη λέξη «φλόγα».

Η εξέλιξη των γεγονότων έχει ενοχλήσει σοβαρά εκείνους που ξόδεψαν χρόνια αναζητώντας τον θησαυρό. Δεν βρήκαν ούτε κοσμήματα ούτε καν απαντήσεις στα ερωτήματά τους. Όποτε δεν ήταν καθόλου παράξενο ότι αρκετοί αρνήθηκαν να πιστέψουν τον Φεν.

Κάποιοι θεωρούν ότι ο ίδιος ο συλλέκτης έβγαλε τον θησαυρό για να μην το πάρει κάποιος άλλος. Κάποιοι άλλοι θεωρούν ότι το σεντούκι το έβγαλε ο συγγραφέας Ντάγκλας Πρέστον, ο φίλος του Φεν, ο οποίος μπορούσε να μάθει τη λύση από τον ίδιο.

Υπάρχουν και αυτοί που αμφισβητούν την ίδια την ύπαρξη του νικητή που βρήκε τον θησαυρό. Θεωρούν ότι ο θησαυρός είναι ακόμη κρυμμένος κάπου στα Βραχώδη Όρη και υπάρχει η δυνατότητα να τον βρουν. Γιατί ο Φεν να έλεγε ψέματα; Ποιος ξέρει! Ίσως ήθελε να αποφύγει νέα θύματα ή δεν ήθελε να ασχοληθεί με καταγγελίες.

Για παράδειγμα, τον Δεκέμβριο του 2019, κάποιος Ντέιβιντ Χάρολντ Χάνσον από το Κολοράντο είχε κάνει μήνυση κατά του συλλέκτη.

Σύμφωνα με αυτόν, βρήκε το σημείο από το ποίημα, αλλά το σεντούκι δεν ήταν εκεί. Ο Χάνσον θεωρούσε ότι έφταιγε ο Φεν και ζητούσε να του πληρώσει αποζημίωση 1,5 εκατομμυρίου δολαρίων.

Ο Μπράιν Έρσκιν από την Αριζόνα πίστευε ότι στα ποιήματα περιγραφόταν ένα μέρος που βρίσκεται μεταξύ των πόλεων Σίλβερτον και Γιουρέι στα βουνά Σαν Χουάν στο Κολοράντο. Επειδή ο θησαυρός δεν ήταν εκεί, κατέληξε στο συμπέρασμα ότι το σεντούκι ήταν κρυμμένο μόνο «μεταφορικά» και άρχισε να το απαιτεί μέσω δικαστηρίου.

Υπάρχουν και εκείνοι που δεν πιστεύουν στον ίδιο τον θησαυρό. «Είμαι σίγουρη ότι ο Φεν δεν το είχε καν κρύψει» δήλωσε η πρώην σύζυγος του Ράντι Μπιλιέ, του πρώτου ανθρώπου που σκοτώθηκε κατά την αναζήτηση. «Με αυτόν τον τρόπο κατάφερε να αποκτήσει την προσοχή που χρειαζόταν».

Μια άλλη αληθοφανή εξήγηση πρότεινε ο κυνηγός θησαυρού Ριντ Ράντολ. Κατά την άποψή του, ο Φεν έβγαλε τον θησαυρό από το μυαλό του για να εκδικηθεί τις Αρχές, που είχαν υποψίες ότι είχε σχέσεις με μια συμμορία τυμβωρύχων.

Μετά τα απομνημονεύματά του, αντί για δώδεκα επαγγελματίες κυνηγούς θησαυρών, χιλιάδες ερασιτέχνες πήγαιναν σε αυτά τα μέρη. «Σκεφτείτε μόνοι σας» σκεφτόταν ο Ράντολ. «Το 2009 πραγματοποιήθηκε έρευνα στον χώρο του και ακριβώς έναν χρόνο αργότερα κυκλοφόρησε το βιβλίο».

Φαίνεται ότι η συγκεκριμένη ιστορία δεν θα τελειώσει ποτέ. Η ανακοίνωση του Φεν τον Ιούνιο δεν σταμάτησε τους κυνηγούς θησαυρού.

Για πολλούς από αυτούς δεν έχει σημασία αν υπήρχε τελικά ο θησαυρός ή όχι.

Σήμερα σημασία έχει το μυστικό το οποίο ο συλλέκτης πήρε μαζί του στον τάφο, και επειδή κανένας δεν ξέρει τη λύση του γρίφου, η αναζήτηση δεν θα σταματήσει ποτέ.

Tags:
θεωρίες συνωμοσίας, θάνατοι, ΗΠΑ, εκατομμυριούχος, κυνήγι θησαυρού, θησαυρός
ΠΡΟΤΥΠΑ ΚΟΙΝΟΤΗΤΑΣΣΥΖΗΤΗΣΗ
ΣΧΟΛΙΑΣΜΟΣ ΜΕΣΩ SPUTNIKΣΧΟΛΙΑΣΜΟΣ ΜΕΣΩ FACEBOOK