16:52 04 ΜΑΡΤΙΟY 2021
ΚΟΣΜΟΣ
Λήψη σύντομου url
0 20
Βρείτε μας

Μια γυναίκα βρήκε ένα γράμμα σ’ ένα μπουκάλι κι επί επτά χρόνια έψαχνε το άτομο που το είχε γράψει. Στην έρευνά της συνέβαλαν ένας ντετέκτιβ κι ένα μέντιουμ.

Για πολλά χρόνια μία γυναίκα προσπαθούσε να βρει τη δημιουργό του συγκινητικού μηνύματος σε μπουκάλι που ξεβράστηκε στην παραλία.

Διερεύνησε κάθε πιθανή λογική εκδοχή, έψαχνε στα αρχεία, μελέτησε θαλάσσια ρεύματα, βρήκε ειδικούς γραφολογίας, έμαθε από πού προήλθε το μπουκάλι και μάλιστα μίλησε με ένα μέντιουμ.

Ας δούμε το αποτέλεσμα της αναζήτησής της...

Μια γυναίκα ονόματι Σίου Πετό, η οποία ζούσε στο βρετανικό νησί Σέπεϊ που βρίσκεται σε απόσταση 80 χιλιόμετρα ανατολικά του Λονδίνου, τον Μάρτιο του 2002 περπατούσε κατά μήκος της ακτής με τα σκυλιά της και παρατήρησε κάτι μπλε στην άμμο. Όταν η γυναίκα πλησίασε, είδε ότι τα κύματα ξέβρασαν στην παραλία ένα παράξενο μπουκάλι, σε σχήμα μιας σταγόνας από χρωματιστό γυαλί.

Η Πετό αγαπούσε διάφορα ευρήματα και αποφάσισε να το πάρει μαζί της. Αλλά το μπουκάλι δεν ήταν και τόσο απλό. Όταν η γυναίκα το σήκωσε, είδε μέσα του χειρόγραφες σελίδες. Στο σπίτι η Πετό άνοιξε προσεκτικά το μπουκάλι και έβγαλε μερικά φύλλα χαρτιού δεμένα με κορδέλα και δυο καστανές μπούκλες μαλλιών, μια ανοιχτή και μια σκούρα.

Το κείμενο όμως ήταν στα γαλλικά. Η Πετό δεν ήξερε τη γλώσσα, όποτε σκέφτηκε να τηλεφωνήσει στη φίλη της Κάρεν Λίμπρεϊχ, η οποία κάποτε δούλευε στο Γαλλικό Ινστιτούτο του Λονδίνου και συμφώνησε να τη βοηθήσει.

«Προς όλα τα πλοία στη θάλασσα, προς όλα τα λιμάνια, προς τους φίλους μου, καθώς και προς άγνωστους για μένα ανθρώπους» έγραφε στην πρώτη σελίδα. «Αυτό είναι ένα μήνυμα και μια προσευχή. Αφορά το ότι μέσω του πόνου ανακάλυψα τη μεγάλη αλήθεια».

Μια γυναίκα η οποία έχασε το παιδί της -τον 13χρονο Μόρις- είχε γράψει το μήνυμα. «Πολύ καιρό ταξίδευε ανάμεσα σε δύο νερά, ανάμεσα σε δύο φωτιές» συνέχισε. «Παραδόθηκε σε σιωπή, τρόμο και κρύο».

Ο θάνατος του παιδιού έπληξε σοβαρά τη μητέρα του. «Η ζωή μου ξεκίνησε μετά τη γέννησή του και μου φάνηκε ότι τελείωσε όταν με άφησε» έγραψε.

Η Λίμπρεϊχ φοβήθηκε ότι διάβαζε ένα σημείωμα αυτοκτονίας και κοίταξε προς το τέλος για να βεβαιωθεί ότι δεν ήταν. Πράγματι δεν ήταν.

Η άγνωστη Γαλλίδα ήλπιζε ότι το μήνυμα στο μπουκάλι θα τη βοηθούσε να αφήσει την τραγωδία της στο παρελθόν. «Όσο ο Θεός μου δίνει ζωή, σου υπόσχομαι ότι θα ζήσω μια πλήρη ζωή και θα απολαμβάνω κάθε στιγμή» απευθύνθηκε στον αείμνηστο γιο της. «Ξέρω ότι όταν έρθει η ώρα, θα βρούμε ο ένας τον άλλον».

Ο γιος της Πετό εκείνη την εποχή είχε περίπου την ίδια ηλικία με τον Μόρις. Η Πετό δεν ήθελε να ξαναδιαβάσει το μήνυμα, μια φορά της φάνηκε αρκετή.

Ωστόσο, φαίνεται πως είχε μεγάλη επίδραση σε εκείνη μιας και δεν μπορούσε να σταματήσει να σκέφτεται την άγνωστη γυναίκα που το έγραψε. Ποια ήταν; Γιατί πέθανε ο Μόρις; Κατάφερε να τηρήσει την υπόσχεση που ανέφερε στις τελευταίες γραμμές; Ίσως χρειαζόταν βοήθεια.

Η Λίμπρεϊχ αγαπούσε τα μυστικά και ήξερε να τα αποκαλύπτει. Μελετώντας τα ιστορικά ντοκιμαντέρ, έψαχνε τα αποδεικτικά στοιχεία για τα εγκλήματα του καθολικού μοναστικού τάγματος των πιαριστών στη βιβλιοθήκη του Βατικανού και προσπαθούσε να βρει κάποιους φυγάδες Ναζί που κρύβονταν από τη δικαιοσύνη για δεκαετίες.

Οπότε το μυστήριο του μπουκαλιού από το νησί Σέπεϊ τής προκάλεσε μεγάλο ενδιαφέρον. Ήταν όμως αρκετά προσωπικό μυστικό, δεν αφορούσε ξένους, μόνο τους δυο τους - την ίδια και τη γυναίκα που έγραψε το μήνυμα.

Η Λίμπρεϊχ ήθελε να μάθει περισσότερα. «Δεν πίστευα τότε ότι θα αναζητώ τις πληροφορίες για τα επόμενα επτά χρόνια» παραδέχτηκε αργότερα.

Η αναζήτηση της άγνωστης γυναίκας και η ιστορία που θύμιζε ταινία

Υπήρχαν πολύ λίγα στοιχεία που μπορούσαν να βοηθήσουν στην αναζήτηση της δημιουργού του μηνύματος. Το ασυνήθιστο μπουκάλι, το φύλλο χαρτιού στο οποίο ήταν γραμμένο το γράμμα, το μελάνι, η κορδέλα και τα μαλλιά θα μπορούσαν να ανακαλύψουν κάποια πράγματα.

Εκτός από τον γιο της, η άγνωστη γυναίκα ανέφερε μια φίλη της ονόματι Κριστίνα. Περιέγραφε τον θάνατο του Μόρις με πολύ αόριστο τρόπο: πέθανε «στην αυγή του καλοκαιριού». Οι αναφορές στο γράμμα για τις ακτές, τα νερά και την προβλήτα υποδείκνυαν ότι το αγόρι είχε πνιγεί.

Το μπουκάλι με την επιγραφή «Evian Millennium 2002» χρησιμοποιούνταν για την εμφιάλωση του μεταλλικού νερού Evian. Η Λίμπρεϊχ επικοινώνησε με την εταιρεία και έμαθε ότι τα πρώτα μπουκάλια σε σχήμα σταγόνας κυκλοφόρησαν το 1992 προς τιμήν των Χειμερινών Ολυμπιακών Αγώνων στο Αλμπερβίλ.

Στη συνέχεια όμως αποσύρθηκαν από την παραγωγή, ενώ στα τέλη του 1999 άρχισαν να τα παράγουν ξανά, αυτή τη φορά προς τιμήν της έναρξης της νέας χιλιετίας, έτσι εμφανίστηκε η λέξη «Millennium».

Ο αριθμός «2002» δήλωνε μια συγκεκριμένη σειρά που κυκλοφόρησε τον Οκτώβριο του 2001. Δηλαδή η άγνωστη γυναίκα δεν μπορούσε να το ρίξει στο νερό πριν από αυτήν την ημερομηνία.

Όταν η Λίμπρεϊχ διάβαζε τις πρώτες γραμμές της επιστολής σε μια υπάλληλο της Evian, η γυναίκα τη διέκοψε και είπε: «Ξέρετε, ακούγεται ακριβώς όπως σε αυτή την ταινία με τον Κέβιν Κόστνερ, με τίτλο “Message in a Bottle” (“Χαμένες αγάπες”)». Η Λίμπρεϊχ έπρεπε να ελέγξει τις πληροφορίες. Είδε την ταινία και διαπίστωσε ότι η υπάλληλος από την Evian είχε δίκιο.

Στην ταινία, η δημοσιογράφος, τον ρόλο της οποίας έπαιξε η Ρόμπιν Ράιτ, βρήκε στην ακτή ένα μπουκάλι με ένα συγκινητικό γράμμα που απευθυνόταν σε μια γυναίκα ονόματι Κάθριν. Όπως και η Λίμπρεϊχ, η Τερέζα αποφάσισε να βρει εκείνον που το έγραψε και το κατάφερε.

Ήταν ο πρωταγωνιστής -που ενσάρκωνε ο Κέβιν Κόστνερ- εκείνος που είχε γράψει το γράμμα στη σύζυγό του Κάθριν, η οποία είχε πεθάνει δύο χρόνια πριν τα γεγονότα.

Ένα μήνυμα από την ταινία, όπως και αυτό που βρέθηκε στο Σέπεϊ, ξεκινούσε με τις λέξεις: «Προς όλα τα πλοία στη θάλασσα, προς όλα τα λιμάνια, προς τους φίλους μου, καθώς και προς άγνωστους για μένα ανθρώπους. Αυτό είναι ένα μήνυμα και μια προσευχή».

Η άγνωστη γυναίκα από τη Γαλλία σίγουρα είχε δει την ταινία. Ίσως εκεί βρήκε την έμπνευση να γράψει ένα γράμμα στον γιο της, όπως ο ήρωας στην ταινία είχε γράψει στη νεκρή του γυναίκα.

Για να καταλάβει πώς έφτασε το μπουκάλι στην Αγγλία, η Λίμπρεϊχ πήγε στο νησί Σέπεϊ και μίλησε με έναν ναυαγοσώστη ο οποίος ήξερε καλά τα τοπικά ρεύματα της θάλασσας.

Ύστερα από τη μελέτη των χαρτών και των αλμανάκ των παλιρροιών, έβγαλε τα συμπεράσματά του. Εάν κάποιος είχε ρίξει το μπουκάλι σε ένα από τα λιμάνια στα δυτικά της βόρειας ακτής της Γαλλίας, θα μεταφερόταν προς την πλευρά της Ισπανίας ή της Αμερικής.

Στη συνέχεια ενδεχομένως να έπεφτε είτε στο Ρεύμα του Κόλπου είτε να κολλούσε κάπου στην περιοχή του Σαιν-Μαλό της Βρετάνης της Γαλλίας.

Το μπουκάλι θα έφτανε στο νησί Σέπεϊ μόνο αν το είχε ρίξει κάποιος στο νερό είτε από κάποιο γαλλικό λιμάνι που βρίσκεται ανατολικά του Χερβούργου είτε από ένα πλοίο που εκτελούσε δρομολόγια στο κανάλι της Μάγχης. Υπό τέτοιες συνθήκες θα μπορούσε να φτάσει στο νησί σε λίγες μέρες.

Οπότε, η γυναίκα έμαθε την ημερομηνία και τον τόπο, της έμεινε μόνο να βρει τον Μόρις. Η Λίμπρεϊχ θεωρούσε ότι θα ήταν το πιο εύκολο. Δεν πίστευε ότι υπήρχαν πολλά 13χρονα αγόρια με αυτό το όνομα στη Γαλλία, ειδικά εκείνα που πνίγηκαν στις αρχές του καλοκαιριού.

Ξεκίνησε να τηλεφωνεί σε δημόσιες υπηρεσίες της Γαλλίας με την ελπίδα ότι κάποιος θα μπορούσε να τη βοηθήσει. Η ιστορία για το μήνυμα στο μπουκάλι άρεσε αρκετά στους υπαλλήλους, οι συζητήσεις όμως δεν είχαν κανένα αποτέλεσμα.

Η Λίμπρεϊχ ένιωθε χαμένη με όλη αυτή τη γαλλική γραφειοκρατία, μέχρι που κάποιος της εξήγησε τελικά ότι προσπαθεί να κάνει το αδύνατο.

Το θέμα ήταν ότι στη Γαλλία δεν υπήρχε κεντρική βάση δεδομένων των αποθανόντων, όπου θα μπορούσε να βρει τα στοιχεία για τον Μόρις.

Δεδομένου ότι ο θάνατός του δεν ήταν βίαιος, ήταν απίθανο να υπάρχει κάποια καταχώρηση στην αστυνομία. Για να βρει κάποια στοιχεία για τον θάνατο του αγοριού θα έπρεπε να ψάχνει στα τοπικά αρχεία, ο αριθμός των οποίων ξεπερνούσε τις 36.000.

Ωστόσο η γυναίκα συνέχιζε τις προσπάθειές της και πήγε στο Παρίσι. Ήλπιζε ότι υπήρχαν κάποιες πληροφορίες για την υπόθεση του αγοριού που πνίγηκε στα αρχεία εφημερίδων στην Εθνική Βιβλιοθήκη της Γαλλίας.

Σκέφτηκε ότι θα μπορούσε να περιορίσει την αναζήτηση σε τοπικές εφημερίδες που εκτυπώνονταν στη βόρεια ακτή της χώρας κατά τη διάρκεια των καλοκαιρινών μηνών των τελευταίων δέκα χρόνων, θεωρώντας ότι η μελέτη του όγκου τους ήταν εφικτή.

Η βιβλιοθηκονόμος φάνηκε αρκετά σκεπτική όταν άκουσε την ιστορία για το μήνυμα στο μπουκάλι και επισήμαινε στη Λίμπρεϊχ ότι έχανε τον χρόνο της. Κατά την άποψή της, κάποια που αγαπούσε τις ταινίες αυτού του είδους θα μπορούσε να ταξιδέψει μακριά για να ρίξει το μπουκάλι στο νερό, οπότε δεν είχε νόημα να ψάχνει στις τοπικές εφημερίδες.

Τα αποτελέσματα της μελέτης των αρχείων των εφημερίδων δεν ήταν παρηγορητικά. Πιο κοντά στην ηλικία του Μόρις ήταν ο 14χρονος Τζερόμ, ο οποίος πριν από τον θάνατό του κατέλαβε τη δεύτερη θέση στο Γαλλικό πρωτάθλημα Κουνγκ Φου.

Υπήρχαν αναφορές για τους θανάτους ανθρώπων με το όνομα Μόρις, όμως σχεδόν όλοι τους πέθαναν σε μεγάλη ηλικία. Η Λίμπρεϊχ επέστρεψε στο Λονδίνο χωρίς κανένα νέο στοιχείο.

Ο ρόλος του ντέντεκτιβ, των ταρώ και το μέντιουμ που μίλησε για έναν άσχημο θάνατο

Αρχικά, η Λίμπρεϊχ ήταν σίγουρη ότι το αγόρι πνίγηκε, αργότερα όμως εμφανίστηκαν κάποιες αμφιβολίες. Μήπως είχε ερμηνεύσει το κείμενο πολύ κυριολεκτικά; Αν οι λέξεις «ακτές» και «νερά» στις οποίες βασιζόταν η θεωρία της ήταν ποιητικές μεταφορές; Στην πραγματικότητα, κανείς δεν μπορούσε να είναι σίγουρος ότι το γράμμα δεν ήταν μια φάρσα και ότι δεν υπήρχε κανένας Μόρις.

Όταν η Λίμπρεϊχ είδε τυχαία μια διαφήμιση σχετικά με τις υπηρεσίες ενός ιδιωτικού ντετέκτιβ, αποφάσισε να δοκιμάσει την τύχη της. Ο ειδικός θα μπορούσε να δει το γράμμα με μια νέα ματιά και να προτείνει νέες εκδοχές των γεγονότων.

Παρόλο που δεν είχε απευθυνθεί ποτέ σε ντετέκτιβ, αυτό το επάγγελμα της φαινόταν πάντα πολύ ενδιαφέρον. Θεωρούσε ότι ταίριαζε και στην ίδια επειδή οι ιστορικές της έρευνες έμοιαζαν με το έργο ενός καλού ντετέκτιβ.

Ο ιδιωτικός ντετέκτιβ ενδιαφέρθηκε για την υπόθεση του μηνύματος στο μπουκάλι και μάλιστα συμφώνησε να μην πάρει χρήματα για την επίσκεψη. Προφανώς, το είδε ως μια σπάνια ευκαιρία να ξεφύγει από την κουραστική ρουτίνα.

Οι περισσότεροι πελάτες του ήταν είτε κάποιοι που είχαν υποψίες για την απιστία των συντρόφων τους είτε κάποιοι δανειστές που έψαχναν αυτούς που τους χρωστούσαν. Η υπόθεση της Λίμπρεϊχ του φάνηκε τελείως διαφορετική.

Ο ντετέκτιβ μελέτησε τη μετάφραση της επιστολής και δήλωσε άμεσα: «Ο Μόρις ήταν ο πρώτος γιος της». Στη συνέχεια, ανέφερε μερικές υποθέσεις που η Λίμπρεϊχ δεν είχε σκεφτεί ποτέ. Ο Μόρις ίσως να έκανε χρήση ναρκωτικών. Ίσως να είχε αυτοκτονήσει.

Η έκφραση: «Λυπάμαι που ήμουν θυμωμένη με την εξαφάνισή σου» θα μπορούσε να σημαίνει ότι η μητέρα και ο γιος είχαν μαλώσει.

Εάν η εικασία σχετικά με τη θάλασσα ήταν σωστή, τότε, μετά τον καβγά, ο Μόρις ίσως είχε σαλπάρει με το ιστιοφόρο ή με τη ιστιοσανίδα του και επειδή υπερεκτίμησε τις ικανότητές του δεν μπορούσε να επιστρέψει.

Εκτός από τις διάφορες εικασίες, ο ντετέκτιβ έδωσε στη Λίμπρεϊχ και πρακτικές συμβουλές. Υπέθεσε ότι η άγνωστη γυναίκα ίσως να είχε γράψει τη διεύθυνση ή το όνομά της σε άλλο φύλλο, το οποίο βρισκόταν πάνω στο γράμμα.

Η Λίμπρεϊχ θα έπρεπε να απευθυνθεί σε ειδικούς που γνώριζαν πώς να επαναφέρουν κείμενο από ελάχιστα ορατά αποτυπώματα.

Η γυναίκα συνέχισε την αναζήτησή της και σταδιακά μίλησε με όλους τους ειδικούς που έβαζε ο νους της, ακόμη και με εκείνους που κανονικά δεν θα απευθυνόταν.

Η έκφραση της μητέρας ότι ο αείμνηστος γιος της «περιφερόταν ανάμεσα σε δύο κόσμους» υπενθύμισε σε έναν γιατρό το σύμπτωμα της μηνιγγοεγκεφαλίτιδας.

Ένας ειδικός στην ανάλυση ρίζας μαλλιών υποσχέθηκε να βρει ίχνη ναρκωτικών ή ορυκτών πάνω σε ορισμένα μέρη στις μπούκλες των μαλλιών από το μπουκάλι, αλλά αντιμετώπισε ένα σοβαρό πρόβλημα επειδή τα μαλλιά είχαν κοπεί από τη ρίζα.

Ένας ψυχαναλυτής δικαιολόγησε την αυτοκαταστροφική συμπεριφορά του εφήβου ως την προσπάθειά του να αποφύγει την ασφυξία της μητρικής αγάπης και είκασε ότι ο Μόρις είχε τραύμα λόγω της απουσίας του πατέρα.

Με την ελπίδα να μάθει κάτι για την άγνωστη γυναίκα, η Λίμπρεϊχ επισκέφθηκε έναν ειδικό στη γραφολογία, που μετά τη μελέτη και την ανάλυση του γραφικού χαρακτήρα ενός ατόμου μπορούσε να βγάλει κάποιο συμπέρασμα σχετικά με τον χαρακτήρα και την προσωπικότητά του.

Η γραφολόγος, η οποία αποδέχτηκε να είναι και ποιήτρια, ζούσε σε μια πολυκατοικία στα περίχωρα του Παρισιού. «Το διαμέρισμά της ήταν γεμάτο από λουλούδια και κομματάκια από χαρτιά με σύντομες, δυσανάγνωστες φράσεις» θυμήθηκε η Λίμπρεϊχ.

Η γυναίκα μελέτησε το γράμμα και εξέφρασε τις παρατηρήσεις της. «Σέβεται τους κανόνες: τα περιθώρια της σελίδας είναι ξεκάθαρα, ειδικά από την αριστερή πλευρά. Δείχνει την επιθυμία για σαφήνεια, δεν αφήνει τίποτα στην τύχη. Αποδεικνύει επίσης την έλλειψη της φαντασίας. Υπάρχουν κάποιες τύψεις. Πιθανή εμψυχωτική νεύρωση. Έχει πολύ οργανωμένη ζωή, χωρίς κάποια περιθώρια για φαντασία. Φαίνεται ήρεμη, μέσα της όμως λυσσομανάει μια καταιγίδα».

Οι σοβαροί επιστήμονες θεωρούν τη γραφολογία ως ψευδοεπιστήμη, αλλά η Λίμπρεϊχ ενδιαφερόταν για οποιαδήποτε στοιχεία που θα μπορούσαν να προσφέρουν κάποια βοήθεια στην έρευνά της.

Κάποιοι φίλοι τής πρότειναν να επισκεφτεί μια μάντισσα, αν και η ίδια δεν πίστευε καθόλου σε μέντιουμ, τις προβλέψεις και διάφορα τέτοια. Το όνομα της μάντισσας ήταν Κριστίνα, όπως και το όνομα της φίλης της άγνωστης Γαλλίδας που αναφερόταν στην επιστολή. «Είναι ένα σημάδι!» φώναξε η Λίμπρεϊχ. «Ήταν γραφτό να γίνει!»

Η γυναίκα έριξε τις κάρτες ταρώ και γύρισε την πρώτη κάρτα. Ήταν ο «Ερημίτης» που σήμαινε ότι η άγνωστη γυναίκα ήταν μόνη της όταν έριξε το μπουκάλι.

Η δεύτερη κάρτα ο «Θάνατος» είχε σημασία της μεταμόρφωσης. Ύστερα από πολύ καιρό, τελείωσε το πένθος της γυναίκας όταν έριξε το μπουκάλι στο νερό.

Τι έγινε όμως με τον Μόρις; Όταν η μάντισσα ρώτησε τις κάρτες σχετικά με τον θάνατό του, βγήκαν οι «Δικαιοσύνη», «Διάβολος» και «Κρεμασμένος». Κατά την άποψη της μάντισσας αυτό σήμαινε ότι ο θάνατος του αγοριού δεν ήταν ήρεμος.

Οι κάρτες «Άρμα» και «Διάβολος» έδειξαν ότι το αγόρι βιάστηκε και έχασε τον έλεγχο. Μάλλον είχε γίνει κάποιο τροχαίο δυστύχημα.

Στο τέλος, η μάντισσα πρότεινε στη Λίμπρεϊχ να μην περιορίσει τις αναζητήσεις της μόνο στα ταρώ και να μάθει τι λένε τα αστέρια. Παρ’ όλο που τα ταρώ ενίσχυσαν τον σκεπτικισμό της Λίμπρεϊχ, αποφάσισε ότι δεν είχε να χάσει τίποτα και πήγε στην αστρολόγο.

Εκείνη έφτιαξε το ωροσκόπιό της χρησιμοποιώντας ενδιαφέρουσες αλλά εντελώς ανούσιες φράσεις όπως «ένα περιστέρι έφτασε στον στόχο του», «μια γυναίκα ποτίζει τα λουλούδια στον κήπο» και «η διάσωση του πνιγμένου άντρα».

Τα λόγια του μέντιουμ, στο οποίο απευθύνθηκε η Λίμπρεϊχ αργότερα, ήταν πολύ πιο ξεκάθαρα. «Κάποιος έριξε το μπουκάλι από ένα ιστιοφόρο» δήλωσε με δραματική φωνή.

«Η βία υπήρχε σε μια βάρκα... ένα παιδί αυτοκτόνησε, μια γυναίκα χάνει πολύ αίμα... μια γυναίκα επιπλέει μόνη της... εγκαταλειμμένη από τους άντρες... η μητέρα ή η γιαγιά από τη Βρετάνη... το όνομα ξεκινά από το J ή το G... είναι απίθανο να βρεθεί... δεν είναι πλέον ανάμεσα στους ζωντανούς».

Η συνάντηση, η αποκάλυψη της τραγικής αλήθειας και το υστερόγραφο αισιοδοξίας

Η αναζήτηση της δημιουργού του μηνύματος είχε φτάσει σε αδιέξοδο. Για να κλείσει αυτή τη σελίδα της ζωής της, η Λίμπρεϊχ αποφάσισε να γράψει ένα βιβλίο. Στις τελευταίες γραμμές, παραδέχτηκε ότι ελπίζει να συνεχίσει.

«Ίσως το μέντιουμ είχε δίκιο και η Γαλλίδα πέθανε. Το παράξενο ήταν ότι, παρά τις όλες προσπάθειές μου, δεν έχω βρει κανένα ίχνος της ύπαρξής της. Πίστευα πραγματικά στα λόγια του μέντιουμ; Δεν ξέρω τι σκεφτόμουν εκείνη τη στιγμή. Αλλά αν η γυναίκα που έγραψε το μήνυμα είναι ακόμα ζωντανή, ίσως αυτό το βιβλίο θα αποτελέσει μια αδέξια απάντηση στο δικό της “γράμμα στο μπουκάλι”.

Προς: τη μητέρα του Μόρις, όπου κι αν είναι.

Η θάλασσα μου έφερε το μπουκάλι σου. Διάβασα το γράμμα σου και με άγγιξε. Με έκανε να κλαίω για σένα και μαζί με σένα. Ελπίζω ότι με τον καιρό ο πόνος της απώλειάς σου έχει μειωθεί. Εύχομαι με όλη μου την καρδιά να έχεις βρει την ευτυχία.

Θα λάβει το μήνυμά μου;»

Το βιβλίο με την ιστορία της αναζήτησης της συντάκτριας της επιστολής του μπουκαλιού κυκλοφόρησε πρώτα στη Μεγάλη Βρετανία και στη συνέχεια, τρία χρόνια αργότερα, στη Γαλλία. Μια ωραία μέρα, το τηλέφωνο της Λίμπρεϊχ χτύπησε. Ήταν ο Γάλλος ψυχολόγος Ολίβιε Ρούσελ, ένας από τους ειδικούς που βοήθησαν τη Λίμπρεϊχ με την αναζήτηση. Της είπε ότι έλαβε ένα email: «Είμαι το άτομο που έριξε το μπουκάλι το 2002». Παρακάτω βρισκόταν ένας αριθμός τηλεφώνου.

«Δεν ήταν η πρώτη φορά που κάποιοι άνθρωποι απευθύνονταν σε μένα με παρόμοιες δηλώσεις, τότε όμως συνειδητοποίησα ότι ήταν στα αλήθεια αυτή» τόνισε η Λίμπρεϊχ.

Αργότερα, η Γαλλίδα θα της δείξει τα αποδειχτικά στοιχεία: κράτησε τις ηχογραφήσεις που είχε κάνει κατά τη σύνταξη της επιστολής, τα πρόχειρα χαρτιά, ακόμη και τα εισιτήρια για το πλοίο από το οποίο έριξε το μπουκάλι.

Η γυναίκα δεν πίστευε ότι το μήνυμά της θα βρεθεί και θα δημοσιευτεί. Δεν περίμενε ότι κάποιοι άγνωστοι θα ερευνούν τη σημαντικότερη τραγωδία της ζωής της σαν να ήταν ένα σταυρόλεξο και θα διαβάζουν στην τηλεόραση τις γραμμές που έγραψε με πολλή δυσκολία. Ήταν μια δυσάρεστη έκπληξη. Συμφώνησε να απαντήσει στις ερωτήσεις της Λίμπρεϊχ, αλλά όχι άμεσα, χρειαζόταν λίγο χρόνο για να βάλει σε τάξη τα συναισθήματά της.

Λίγους μήνες αργότερα, ο Ρούσελ πήρε ξανά τηλέφωνο τη Λίμπρεϊχ και δήλωσε ότι η συντάκτρια της επιστολής ήταν έτοιμη να μιλήσει. Η Λίμπρεϊχ πήγε άμεσα στη Γαλλία.

Οι δυο γυναίκες συναντήθηκαν σε ένα μπαρ σε μια από τις παράκτιες πόλεις. «”Είναι απίθανο να βρεθεί... δεν είναι πλέον ανάμεσα στους ζωντανούς”» ανέφερε η γυναίκα χρησιμοποιώντας τα λόγια του μέντιουμ. «Λοιπόν, είμαι ζωντανή και με βρήκατε».

Ο Μόρις πέθανε στις 27 Αυγούστου του 1981. Οι γονείς του είχαν πάει για ψώνια, ενώ το αγόρι πήγε να κάνει ποδήλατο και το χτύπησε ένα αυτοκίνητο.

«Όταν επιστρέψαμε, ήταν ξαπλωμένος στην άκρη του δρόμου, τα μάτια του ήταν ακόμα ανοιχτά, αλλά ήταν ήδη σε κώμα» επισήμανε η γυναίκα. «Δεν ξύπνησε ποτέ».

Η Λίμπρεϊχ δεν μπορούσε να φανταστεί ποτέ ότι ο Μόρις είχε πεθάνει τόσο καιρό πριν. Γι' αυτό δεν μπόρεσε να βρει κάποιες αναφορές για τον θάνατό του στις εφημερίδες.

«Ο γάμος μου δεν ήταν ιδιαίτερα ευτυχισμένος, οπότε έδινα όλη μου την αγάπη στον γιο μου» συνέχισε η γυναίκα. Βίωσε τον θάνατο του αγοριού ιδιαίτερα τραγικά. Έκανε ψυχοθεραπεία για δέκα χρόνια και χώρισε με τον σύζυγό της, ο οποίος αντιμετώπιζε πολύ πιο ήρεμα τον θάνατο του παιδιού, δεν μπορούσε όμως να σταματήσει να σκέφτεται τον Μόρις.

Η γυναίκα είχε ελπίδες ότι το μήνυμα στο μπουκάλι θα τη βοηθούσε να αφήσει πίσω τον θάνατό του. Συνέθετε το κείμενο του μηνύματος σχεδόν δύο μήνες, ταυτόχρονα επέλεξε προσεκτικά το μπουκάλι, την κορδέλα και το μελάνι. Η μία μπούκλα των μαλλιών που βρισκόταν στο μπουκάλι ήταν του Μόρις, η άλλη δική της.

Στις 29 Μαρτίου του 2002 η γυναίκα επιβιβάστηκε πάνω σε πλοίο που εκτελούσε δρομολόγια μεταξύ του Καλαί και του Ντόβερ. Εκτός από το μήνυμα, είχε μαζί της έναν σάκο με τα ρούχα του γιου της και μερικά λουλούδια. Μαζί της ήταν η φίλη της Κριστίνα, το όνομα της οποίας αναφερόταν στο κείμενο.

«Όταν το πλοίο πήγε προς το Ντόβερ, προσπάθησα να ρίξω το μπουκάλι, αλλά δεν είχα αρκετή δύναμη» θυμήθηκε η γυναίκα.

«Στον δρόμο της επιστροφής, η Κριστίνα είπε: "Πρέπει να το κάνεις, να ρίξεις το μπουκάλι τώρα". Πήγαμε στη γέφυρα, εκεί υπήρχε όμως πολύς κόσμος. Δεν μπορούσα να το κάνω ανάμεσα στον κόσμο. Σύντομα η γέφυρα άδειασε και μείναμε μόνες μας. Έφτασε επιτέλους η στιγμή για την οποία προετοιμαζόμουν. Αρχικά, πέταξα τα ρούχα που φορούσε όταν πέθανε. Αυτό ήταν δύσκολο. Φώναζα και έκλαιγα, μου φαινόταν ότι έσκισα την καρδιά μου, έσκισα ένα μέρος του εαυτού μου. Τότε έβγαλα τρία λευκά κρίνα, τα οποία είχα φέρει μαζί μου. Τα πέταξα στο νερό. Τελικά έριξα το μπουκάλι στη θάλασσα. Εξαφανίστηκε αμέσως. Ύστερα επέστρεψα στο σπίτι και προσπάθησα να γυρίσω στην κανονική μου ζωή».

Η Λίμπρεϊχ και η συντάκτρια της επιστολής συναντήθηκαν μερικές φορές ακόμη. «Έχουμε και άλλα θέματα να συζητάμε» εξήγησε στο «The Guardian». «Ανταλλάσσουμε μηνύματα μέσω e-mail. Η φιλία μας δεν συνδέεται μόνο με το βιβλίο μου και τον θάνατο του παιδιού της».

Για τη δεύτερη έκδοση του βιβλίου της Λίμπρεϊχ, η δημιουργός της επιστολής συμφώνησε να προσθέσει ένα υστερόγραφο.

«Δεν μπορούσα καν να φανταστώ ότι κάποιος θα βρει το γράμμα μου… και θα το διαβάσει» έγραψε.

«Αν αυτό βοήθησε τους γονείς που είχαν βιώσει την ίδια τραγωδία, ή έφεραν την προσοχή στο πόσο εύθραυστη και πολύτιμη είναι η ζωή, τότε άξιζε τον κόπο. Και κάτι ακόμη: οι δοκιμές μάς βοηθούν να αναπτυχθούμε και να προχωρήσουμε μπροστά. Η ζωή είναι έτσι όπως τη θέλουμε να είναι. Δώστε της μια ευκαιρία».

ΠΡΟΤΥΠΑ ΚΟΙΝΟΤΗΤΑΣΣΥΖΗΤΗΣΗ
ΣΧΟΛΙΑΣΜΟΣ ΜΕΣΩ SPUTNIKΣΧΟΛΙΑΣΜΟΣ ΜΕΣΩ FACEBOOK