01:34 21 ΝΟΕΜΒΡΙΟY 2018
Η Άνγκελα Μέρκελ

Οκτώ χρόνια ελληνική κρίση: Τι κέρδισε τελικά η Γερμανία;

© Φωτογραφία : Aris Oikonomou/SOOC
ΟΙΚΟΝΟΜΙΑ
Λήψη σύντομου url
Ζωή Σεργεντάνη, Ματθαίος Παπαοικονόμου-Σιδέρης
0 70

Επωφελήθηκε ή επιβαρύνθηκε από την ελληνική κρίση η Γερμανία; Να δώσουν απάντηση στο ερώτημα επιχειρούν οικονομολόγοι που μιλούν στο Sputnik, κάνοντας λόγο για κέρδη που ξεπερνούν τα 100 δισ. ευρώ. Στα 280 δισ. ευρώ ανεβάζει τα κέρδη το Ινστιτούτο Ερευνών Centro Europa Ricerche.

Από το 2010 και την πρώτη δανειακή βοήθεια της Ελλάδας με τους σκληρούς —κατά κοινή παραδοχή- όρους λιτότητας μέχρι και σήμερα, κάνει συχνά την εμφάνισή του στον δημόσιο διάλογο ένα πάγιο ερώτημα: Εάν και κατά πόσον η Γερμανία και άλλες ευρωπαϊκές χώρες επωφελήθηκαν από την ελληνική κρίση χρέους και τα προγράμματα διάσωσης. Απάντηση στο ερώτημα έχουν επιχειρήσει να δώσουν οικονομολόγοι και άλλοι αρμόδιοι, πολιτικοί, αλλά και ΜΜΕ κάθε «απόχρωσης».

Τελευταίο επεισόδιο, μόλις τον φετινό Ιούνιο, οπότε και η γερμανική κυβέρνηση απαντώντας σε σχετική ερώτηση των Πρασίνων στη Βουλή παραδέχεται επί της ουσίας καθαρά κέρδη ύψους 2,9 δισ. ευρώ από το πρόγραμμα αγοράς ομολόγων (SMP) της ΕΚΤ. Η είδηση έκανε τον γύρο όχι μόνο των γερμανικών και ελληνικών, αλλά και των διεθνών ΜΜΕ, αναθερμαίνοντας μία συζήτηση που κρατάει χρόνια: Εν τέλει, η Γερμανία επωφελήθηκε από την ελληνική κρίση;

Οικονομολόγοι που μίλησαν αποκλειστικά στο Sputnik δεν έδωσαν ταυτόσημες απαντήσεις, επισημαίνοντας διαφορετικές πτυχές, από τις οποίες προκύπτουν κέρδη, αλλά και μη επιθυμητές συνέπειες για τη Γερμανία. Την ίδια ώρα, δυσκολία φαίνεται πως υπάρχει ακόμη και μεταξύ εκείνων που υποστηρίζουν ότι η Γερμανία επωφελήθηκε, να αποτιμήσουν το τελικό ύψος των κερδών.

Σε κάθε περίπτωση, οι υπολογισμοί ανεβάζουν τα κέρδη σε επίπεδα που ξεπερνούν τα 100 δισ. ευρώ, ενώ κοινή συνισταμένη είναι έρευνα του Γερμανικού Ινστιτούτου Ερευνών Halle Institute for Economic Research (IWH). Η έρευνα πραγματοποιήθηκε το 2015, φέρει τον εύγλωττο τίτλο «Οφέλη της Γερμανίας από την ελληνική κρίση» και καταλήγει στο συμπέρασμα ότι «το γερμανικό Δημόσιο εξοικονόμησε πάνω από 100 δισ. ευρώ από τους τόκους από το 2010 μέχρι και τα μέσα του 2015».

Την εν λόγω έρευνα σχολιάζουν τόσο ο Παναγιώτης Πετράκης, καθηγητής του Τμήματος Οικονομικών Επιστημών του ΕΚΠΑ, όσο και ο Vladimiro Giacché, πρόεδρος του Centro Europa Ricerche (CER). Εν τω μεταξύ, τα συμπεράσματα της έρευνας δεν βρίσκουν σύμφωνο τον Gabriel Sterne, επικεφαλής του τμήματος μακροοικονομικών ερευνών στην Oxford Economics.

Η έρευνα εστιάζει στα χαμηλότερα επιτόκια δανεισμού της Γερμανίας, που προέκυψαν μετά το ξέσπασμα της ελληνικής κρίσης, όπως εξηγεί ο κ. Giacché. Σύμφωνα με τον ίδιο, η ελληνική κρίση έστρεψε τους επενδυτές στα γερμανικά ομόλογα, την ώρα που η επιτοκιακή πολιτική της ΕΚΤ ευνόησε ιδιαίτερα τη Γερμανία.

Από τη μεριά του, ο Gabriel Sterne της Oxford Economics διαφωνεί. «Παρότι είναι αλήθεια ότι η γερμανική κυβέρνηση πληρώνει λιγότερα επιτόκια για το χρέος της, ο γερμανικός ιδιωτικός τομέας λαμβάνει χαμηλότερα επιτόκια για τις καταθέσεις του», παρατηρεί ο ίδιος, διευκρινίζοντας ότι η χώρα έχει θετική καθαρή εξοικονόμηση.

Πέραν όμως της έρευνας του IWH, και οι τρεις οικονομολόγοι συμφωνούν ότι υπάρχουν και άλλα σημεία που πρέπει να εξεταστούν, πέραν των επιτοκίων του δημοσίου χρέους της Γερμανίας.

Ο κ. Πετράκης στέκεται στη μείωση της ισοτιμίας του ευρώ απέναντι στο δολάριο, κάτι που θεωρεί ότι «ωφέλησε σημαντικά τις εξαγωγικές δυνάμεις όπως η Γερμανία», καθώς και στο γεγονός ότι η γερμανική οικονομία δεν προσελκύει μόνο κεφάλαια, αλλά και καταρτιζόμενο εργατικό δυναμικό. Αναγνωρίζει, ωστόσο ότι «είναι πολύ δύσκολο τελικά να ποσοτικοποιηθούν τα παραπάνω κόστη και οφέλη σε συγκεκριμένους αριθμούς».

Παράλληλα, ο κ. Giacché παραπέμπει, μεταξύ άλλων, και στο πρόγραμμα ποσοτικής χαλάρωσης της ΕΚΤ. Σημειωτέον ότι το CER ανεβάζει τα συνολικά κέρδη για τη Γερμανία σε περίπου 280 δισ. ευρώ!

Ο κ. Sterne, τέλος, παρά τις ενστάσεις του για τη μελέτη του IWH, σημειώνει ότι εάν θέλουμε να μιλήσουμε για κάποια γερμανικά οφέλη, μπορούμε να σταθούμε στο γεγονός ότι η κρίση στον ευρωπαϊκό νότο είχε ως αποτέλεσμα την υποχώρηση του ευρώ που έκανε τη γερμανική βιομηχανία ιδιαίτερα ανταγωνιστική, καθώς και στη διαφοροποίηση στη φορολογική πολιτική. Όπως εξηγεί, καθώς η Γερμανία έχει χαμηλότερο χρέος και χαμηλότερα επιτόκια από τη Γερμανία και την Ιταλία, αυτό σημαίνει ότι οι δύο τελευταίες χώρες είναι υποχρεωμένες σε επιβολή υψηλότερης φορολογίας και ως εκ τούτου εταιρείες που μπορούν να επιλέξουν πού θα εγκατασταθούν, είναι πιθανότερο να κατευθυνθούν προς τη Γερμανία. Παρόλα αυτά, ο οικονομολόγος της Oxford Economics, δεν θεωρεί ότι η Γερμανία ωφελήθηκε απευθείας από την ελληνική κρίση. «Τα επιτόκια ήταν χαμηλότερα και το ευρώ ασθενέστερο απ' ό,τι προσιδιάζει στις βασικές γερμανικές αρχές. Οι Γερμανοί πιθανότατα δεν θα επέλεγαν χαμηλά επιτόκια και αδύναμο ευρώ. Παρόλα αυτά πιστεύω ότι η Ελλάδα αντιμετωπίστηκε λιγότερο γενναιόδωρα και υπέστη τις μεγαλύτερες απώλειες στην παραγωγή της και στις θέσεις εργασίας από οποιαδήποτε κρίση χρέους στην ιστορία», υπογράμμισε.

Στη διαχείριση, της οποίας έτυχε η Ελλάδα αναφέρεται, άλλωστε, και ο Giacché, αφήνοντας αιχμές για τη σκληρή στάση που τηρούσε, καθ'όλη τη διάρκεια της κρίσης, η Γερμανία απέναντι στην Ελλάδα. Κάνει όμως λόγο για μια «κακοδιαχείριση» που «μακροπρόθεσμα μπορεί να προκαλέσει στη Γερμανία πολύ μεγαλύτερη ζημιά από τα όποια βραχυπρόθεσμα οφέλη».

Αναλυτικότερα, ο πρόεδρος του CER κ. Vladimiro Giacché, αναλύοντας τους τρόπους, κατά τους οποίους η Γερμανία επωφελήθηκε από την ελληνική κρίση, αναφέρει τα εξής:

«Στην περίοδο μεταξύ 2010 και 2017, τα οφέλη που προήλθαν από τα επιτόκια των ελληνικών ομολόγων, στο πλαίσιο του Προγράμματος Αγοράς Τίτλων (Securities Market Programme) της ΕΚΤ, απέφεραν στον ομοσπονδιακό προϋπολογισμό —μέσω της Bundesbank- κέρδη 2,9 δισ. ευρώ.

Είναι ένας από τους τρόπους που ωφελήθηκε η Γερμανία από την ελληνική κρίση, αλλά όχι ο πιο σημαντικός. Το 2015 το Γερμανικό Ινστιτούτο Ερευνών Halle Institute for Economic Research (IWH) έφερε στη δημοσιότητα στοιχεία, σύμφωνα με τα οποία η Γερμανία, από το 2010, επωφελούνταν από την ελληνική οικονομική κρίση, με έναν πιο ουσιαστικό τρόπο: Μέσα από τις χαμηλότερες πληρωμές τόκων για το δημόσιο χρέος.

Αυτό οφείλεται σε δύο παράγοντες:

Πρώτον, γιατί σε περιόδους κρίσης, οι επενδυτές αναζητούν ασφαλείς επενδύσεις («flight to safety», «flight to quality»), μειώνοντας το κόστος προσφοράς των περιουσιακών στοιχείων που θεωρούνται ασφαλή καταφύγια. Επομένως, τα άσχημα νέα για την Ελλάδα ήταν καλά για τη Γερμανία. Σύμφωνα με τους ερευνητές του IWH, τα γερμανικά κρατικά ομόλογα επωφελήθηκαν σημαντικά από αυτήν την τάση, στη διάρκεια της ελληνικής κρίσης χρέους.

Δεύτερον, στη διάρκεια της κρίσης η νομισματική πολιτική της ΕΚΤ αποδείχθηκε εξαιρετικά υποστηρικτική για τα γερμανικά δεδομένα, κάτι που οφείλεται στις αποκλίσεις που αναδύθηκαν στην Ευρωζώνη. Με άλλα λόγια, η επιτοκιακή πολιτική κατέστη πολύ χαλαρή για τη Γερμανία, με αποτέλεσμα τα επιτόκια να είναι πολύ χαμηλά και η Γερμανία να πληρώνει χαμηλότερους τόκους για το δημόσιο χρέος.

Ως αποτέλεσμα αυτών των δύο παραγόντων, σύμφωνα με τους υπολογισμούς του IWH, από το 2010 και μέχρι τα μέσα του 2015, η Γερμανία εξοικονόμησε περισσότερα από 100 δισ. ευρώ στις δαπάνες τόκων.

Δηλαδή, η Γερμανία επωφελήθηκε τόσο πολύ από την ελληνική κρίση που ακόμη και εάν η Ελλάδα αθετούσε το σύνολο του χρέους της που χρωστούσε στη γερμανική κυβέρνηση (90 δισ. ευρώ) —μέσω διάφορων διαύλων (ESM, ΔΝΤ κλπ.)- ακόμη και τότε η όλη υπόθεση θα ήταν προς όφελος των γερμανικών δημόσιων οικονομικών.

Και η ιστορία δεν τελειώνει εδώ. Αξίζει να αναφέρουμε επίσης το πρόγραμμα ποσοτικής χαλάρωσης (QE) του Ντράγκι που ξεκίνησε το 2015 με στόχο να κρατήσει ζωντανό το ευρώ. Το QE της ΕΚΤ είχε ως αποτέλεσμα μαζικές αγορές χρεογράφων, ειδικά κρατικού χρέους και ιδιαίτερα του γερμανικού χρέους. Η ύπαρξη ενός απόλυτου αγοραστή με απεριόριστα όπλα μείωσε ουσιαστικά, για ακόμη μια φορά, τους τόκους που πλήρωναν τα κράτη για το δημόσιο χρέος τους. Με βάση τους υπολογισμούς του ερευνητικού ινστιτούτου Centro Europa Ricerche που διευθύνω, τα συνολικά κέρδη (από την άποψη των χαμηλότερων επιτοκίων για την εξυπηρέτηση του δημόσιου χρέους) που αποκόμισε η Γερμανία από τη στροφή των επενδυτών στα «ασφαλή καταφύγια», τα χαμηλότερα επιτόκια και το QE, είναι πραγματικά τεράστια: Περίπου 280 δισ. ευρώ.

Πρόκειται για πρωτοφανές μέγεθος ανάμεσα στα κράτη της ΕΕ, με τη Γαλλία να συνιστά τη μόνη χώρα που το πλησιάζει (240 δισ. ευρώ). Στις 23 Απριλίου, η γερμανική εφημερίδα Handelsblatt δημοσιοποίησε παρόμοιες εκτιμήσεις, βάσει των οποίων τα κέρδη για τη Γερμανία είναι ακόμη υψηλότερα: 294 δισ. ευρώ.

Θα μπορούσαμε να προσθέσουμε ένα ακόμη σημαντικό όφελος για τη Γερμανία: Οι γερμανικές τράπεζες (όπως επίσης και οι γαλλικές) ήταν σε μεγάλο βαθμό εκτεθειμένες στο ελληνικό χρέος, αλλά κατάφεραν να αποφύγουν σημαντικές απώλειες, επειδή ξαφνικά αναδύθηκε ένας ακόμη ισχυρός αγοραστής ελληνικού χρέους, ο ESM, που χρηματοδοτείται από τα δημόσια οικονομικά όλων των κρατών-μελών (όχι μόνο τη Γαλλία και τη Γερμανία).

Το συμπέρασμα που αντλούμε από όλα τα παραπάνω; Η ελληνική κρίση που έχει τις ρίζες της σε σοβαρές εμπορικές ανισορροπίες (οι οποίες οφείλονται στην υιοθέτηση του ευρώ), όπως επίσης και στη μη συνετή διαχείριση του δημόσιου χρέους της, ξεκίνησε όταν ευρωπαϊκές κεντρικές χώρες διέκοψαν ξαφνικά ξαφνική διακοπή της χρηματοδότησης του ελληνικού χρέους από τις ευρωπαϊκές κεντρικές χώρες.

Στη συνέχεια, το πρόβλημα μεγενθύθηκε δραματικά λόγω της σθεναρής άρνησης (που καθοδηγούνταν κυρίως από τη γερμανική κυβέρνηση) για τη διάσωση της χώρας, όταν ήταν ακόμη εφικτό να γίνει με ένα εύλογο κόστος. Αντί να δεχτούν αυτήν την οικονομική λύση στο πρόβλημα, οδηγήθηκαν σε μια αρκετά διαφορετική επιλογή: Να αφήσουν την Ελλάδα βορά των χρηματοοικονομικών αγορών, προκειμένου να «δώσουν ένα παράδειγμα», και μόνο τότε να δανείσουν στην Ελλάδα αυτό το τόσο αυξημένο ποσό χρημάτων που χρειαζόταν — και με μεγάλο τίμημα από την άποψη όρων και προϋποθέσεων (τεράστιες περικοπές στις δημόσιες δαπάνες, ιδιωτικοποιήσεις κλπ).

Όπως γνωρίζουμε, αυτή η στάση είχε καταστροφικές συνέπειες για την Ελλάδα, αλλά με κάποιο τρόπο, όπως ήταν αναμενόμενο, ωφέλησε με διάφορους τρόπους τη (σ.σ. γερμανική) κυβέρνηση που ήταν στην πρώτη γραμμή και πίεζε για αυτήν την επιλογή.

Αλλά η ιστορία δεν τελειώνει εδώ. Μία τέτοια κακοδιαχείριση της ελληνικής κρίσης προκάλεσε ντόμινο που έπληξε αρκετές ευρωπαϊκές οικονομίες και σίγουρα υπονόμευσε τον πιο σημαντικό στυλοβάτη της ΕΕ: Την πίστη στη δυνατότητα μιας δίκαιης οικονομικής τάξης πραγμάτων στην Ευρώπη. Και αυτό μακροπρόθεσμα μπορεί να προκαλέσει στη Γερμανία πολύ μεγαλύτερη ζημιά από τα βραχυπρόθεσμα οφέλη που μόλις εξετάσαμε.

Από τη μεριά του, ο καθηγητής του Τμήματος Οικονομικών Επιστημών του ΕΚΠΑ κ. Παναγιώτης Πετράκης, κληθείς να σχολιάσει, επισημαίνει τα εξής:

«Το θέμα είναι εξαιρετικά περίπλοκο. Το σημαντικότερο όμως είναι ότι δύσκολα μπορούν να απομονωθούν δίπολα αιτίου και αιτιατού αναφορικά με τα παρατηρούμενα αποτελέσματα.

Τα κόστη και τα οφέλη εκτείνονται για τη γερμανική οικονομία σε μια σειρά από τομείς:

α) Εσωτερικές οικονομικές συνθήκες και ειδικότερα οφέλη και κόστη δημοσίου τομέα, οφέλη και κόστη ιδιωτικού τομέα με ειδικότερη αναφορά στα νοικοκυριά και τις επιχειρήσεις.

β) Εξωτερικές οικονομικές συνθήκες και σχέσεις εξωτερικού εμπορίου και διεθνών κινήσεων κεφαλαίων.

γ) Γεωστρατηγικές σχέσεις και ο μελλοντικός ρόλος της γερμανικής παρουσίας στον πολύπλοκο κόσμο που δημιουργείται αλλά δεν αναφερόμαστε εδώ.

Όσον αφορά το Γερμανικό Δημόσιο, τα οφέλη αφορούν κυρίως τις διαφορές των επιτοκίων δανεισμού άρα και του δημοσίου χρέους πριν και μετά την κρίση τα οφέλη αυτά προέκυψαν από δύο πηγές: Από τα γενικότερα δημοσιονομικά οφέλη λόγω της προκληθείσης μείωσης των διεθνών επιτοκίων σε σύγκριση με τα επιτόκια που θα μπορούσαν να ισχύουν π.χ. τα επιτόκια του 2007.

Όμως υπήρξε και μια δεύτερη πηγή οφέλους για το ίδιο ζήτημα. Αυτή σχετίζεται με το γεγονός ότι συγκριτικά με τις χώρες π.χ. του νότου, η Γερμανία αποτέλεσε ένα ασφαλέστερο προορισμό κεφαλαίων άρα και μείωσης του κόστους προσφοράς τους.

Και από τις δύο πηγές το μέγεθος αυτό μόνο για το 2016 υπολογίζεται σε 47 δισ. ευρώ (Deutsche Bundesbank, Monthly Report, July 2017).

Στον αντίποδα του κόστους βρίσκονται τα διασωστικά κόστη που δαπάνησε το γερμανικό δημόσιο για το γερμανικό τραπεζικό σύστημα κυρίως με το ξέσπασμα της κρίσης.

Στην πλευρά του κόστους επίσης θα πρέπει να εγγράψουμε τα ποσά τα οποία διατέθηκαν για τη συμμετοχή στη διάσωση των μνημονιακών χωρών στον βαθμό που οι παρατεταμένες αποπληρωμές τους μειώνουν την καθαρή αξία των κεφαλαίων αυτών ή διατίθενται σε μικρότερο από την αγορά κόστος.

Τέλος στην πλευρά του κόστους του ιδιωτικού τομέα θα πρέπει να συμπεριλάβουμε το ότι οι εγχώριες αποταμιεύσεις και τα πλεονάσματα του εξωτερικού ισοζυγίου κεφαλαίου απολαμβάνουν μικρότερες αποδόσεις.

Στο σημείο όμως αυτό θα πρέπει να επισημάνουμε ότι η παρατηρούμενη μείωση των αποδόσεων των κεφαλαίων έχει ένα ευρύτερο διαρθρωτικό χαρακτήρα με ενδεχομένως βαθύτερη θεωρητική ερμηνεία και χρονικό ορίζοντα (Secular Stagnation) και δεν θα πρέπει να συνδέεται μόνο με την κρίση του 2008.

Στον τομέα του εξωτερικού εμπορίου είναι βέβαιο ότι η ευρωπαϊκή κρίση συνδέθηκε με μείωση της ισοτιμίας του ευρώ απέναντι στο δολάριο ιδίως την περίοδο 2010-2014 και αυτό ωφέλησε σημαντικά τις εξαγωγικές δυνάμεις όπως η Γερμανία. Στο σημείο αυτό εξάλλου στηρίζεται ένα σοβαρό μέρος της Αμερικανικής «οργής» εναντίον της ΕΕ για την ισοτιμία δολαρίου/ευρώ. Ότι δηλαδή η ισοτιμία δεν εκφράζει τα πραγματικά οικονομικά fundamentals αλλά μάλλον την Ευρωπαϊκή σύνθεση ως μια «non optimal currency area».

Από την άλλη μεριά βεβαίως γνωρίζουμε ότι η υψηλή γερμανική παραγωγικότητα στηρίζεται σε ένα σημαντικό βαθμό στις μεγάλες μεταρρυθμίσεις της δεκαετίας του 2000 και τη συνεχή εισαγωγή καινοτομιών. Έτσι η Γερμανική οικονομία δεν αποτελεί μόνο μέρος προσέλκυσης κεφαλαίου αλλά και καταρτιζόμενου εργατικού δυναμικού το οποίο φθάνει σε αρκετές εκατοντάδες χιλιάδες. Εδώ τα οφέλη είναι πολύ πιο σαφή.

Πάντως είναι πολύ δύσκολο τελικά να ποσοτικοποιηθούν τα παραπάνω κόστη και οφέλη σε συγκεκριμένους αριθμούς παρόλο που υπάρχουν αναφορές όπως η μελέτη του Γερμανικού IWH (7/2015) που ανεβάζουν το ποσό των ωφελειών στα 100 δισ. (2010-2015) χωρίς όμως να συμπεριλαμβάνουν όλες οι παραπάνω διαστάσεις».

Tags:
ελληνική κρίση, μνημόνια, Ομόλογα, Χρέος, ΕΚΤ, Γερμανία, Ελλάδα
ΠΡΟΤΥΠΑ ΚΟΙΝΟΤΗΤΑΣΣΥΖΗΤΗΣΗ
ΣΧΟΛΙΑΣΜΟΣ ΜΕΣΩ FACEBOOKΣΧΟΛΙΑΣΜΟΣ ΜΕΣΩ SPUTNIK