01:52 09 ΑΠΡΙΛΙΟY 2020
ΟΙΚΟΝΟΜΙΑ
Λήψη σύντομου url
Από
0 0 0
Βρείτε μας

Η ελληνική οικονομία εισέρχεται στη νέα δεκαετία, έχοντας ως εχέγγυα τα - όποια - επιτεύγματα του 2019. Ποια ήταν τα highlights του προηγούμενου έτους και ποιες οι προοπτικές για το 2020.

Το 2019 αποτελεί παρελθόν, με την ελληνική οικονομία να ετοιμάζεται να εισέλθει στη νέα δεκαετία, επιχειρώντας να απαλλαγεί οριστικά και αμετάκλητα από τον βραχνά της λιτότητας, των μειώσεων, της εσωστρέφειας και των μνημονίων.

Το αν θα τα καταφέρει αποτελεί ερωτηματικό, καθώς ουδείς μπορεί να προβεί σε ασφαλείς και μακροπρόθεσμες εκτιμήσεις σ’ ένα τόσο ευμετάβλητο και ευάλωτο διεθνές οικονομικό περιβάλλον.

Σε κάθε περίπτωση, πάντως, το 2019 φαίνεται ότι κατάφερε – σε πρώτο επίπεδο - να «χτίσει» τα θεμέλια για ένα πιο ευοίωνο 2020.

Ένα 2020, κατά το οποίο η ελληνική οικονομία αναμένεται να αναπτυχθεί, οι εργαζόμενοι να δουν αύξηση του εισοδήματός τους και οι επιχειρήσεις να νιώσουν τις ευεργετικές επιπτώσεις της μείωσης των φόρων.

Τα οικονομικά... highlights του 2019

Μέχρι τότε, όμως, καλό θα ήταν να πραγματοποιήσουμε μια μίνι οικονομική ανασκόπηση του 2019. Να σταχυολογήσουμε δηλαδή, τις εξελίξεις, οι οποίες καθόρισαν την πορεία της ελληνικής οικονομίας και έθεσαν τα θεμέλια της ανάκαμψης.

Σύμφωνα με τον καθηγητή Οικονομίας του Πανεπιστημίου Μακεδονίας, Χρήστο Νίκα, ο οποίος μιλάει στο Sputnik, τα οικονομικά… highlights του 2019 συνίστανται στα εξής τέσσερα:

  • Η δυνατότητα προσφυγής στις ξένες αγορές με χαμηλό επιτόκιο (σ.σ. ακόμη και αρνητικά επιτόκια σε έκδοση εντόκων γραμματίων).
  • Το γεγονός ότι η όποια δημοσιονομική χαλάρωση (σ.σ. μείωση φόρων) δεν συνοδεύτηκε από πληθωριστικές πιέσεις, οι οποίες θα υπονόμευαν την ανταγωνιστικότητα της οικονομίας.
  • Η εμπέδωση της αίσθησης στους Ευρωπαίους ότι «ταλαιπωρήσαμε τους Έλληνες», χωρίς αυτό βέβαια να συνεπάγεται αυτόματα ότι «μας εμπιστεύονται απόλυτα».
  • Το γεγονός ότι σε ένα «πολύπλοκο διεθνές» περιβάλλον, η Ελλάδα κατάφερε να φύγει από το μικροσκόπιο.

«Τόσο καιρό ήμασταν στο μικροσκόπιο, οι αποδιοπομπαίοι τράγοι. Τώρα η Ευρώπη διαπιστώνει τα πραγματικά της προβλήματα (Brexit, μεταναστευτικό κ.α.). Διαπιστώνει ότι χρειάζεται μια Ελλάδα που να μπορεί στοιχειωδώς να σταθεί στα πόδια της» διευκρινίζει ο κ. Νίκας, ο οποίος καλεί τις Βρυξέλλες να δουν επιτέλους την Ελλάδα ως εταίρο και όχι ως πηγή προβλημάτων.

Από την πλευρά του, ο καθηγητής Οικονομίας του Οικονομικού Πανεπιστημίου Αθηνών και του Πανεπιστημίου του Lancaster, Ευθύμης Τσιώνας, επισημαίνει και υπογραμμίζει τη διάθεση της νέας κυβέρνησης για την υλοποίηση «αλλαγών θεσμικού χαρακτήρα».

Άλλωστε, κατά τον ίδιο, «η Ελλάδα χρειάζεται μια πληθώρα αλλαγών στον γαλαξία των θεσμικών πλαισίων, όπως για παράδειγμα η εκπαίδευση». «Η νέα κυβέρνηση έχει δείξει ότι είναι αποφασισμένη να προχωρήσει σε μια τέτοια κατεύθυνση».

Καλύτερο ή χειρότερο το 2020;

Το 2018 η ελληνική οικονομία αναπτύχθηκε κατά 1,9% του Ακαθάριστου Εθνικού Προϊόντος (ΑΕΠ). Το 2019, και εν αναμονή των τελικών επιδόσεων (σ.σ. θα ανακοινωθούν τον Μάρτιο), η ελληνική οικονομία κινήθηκε σε παρεμφερή επίπεδα, με το ΑΕΠ να αναπτύσσεται πέριξ του 2%. Το 2020, αντίθετα, αναμένεται μια μικρή επιτάχυνση, η οποία εκτιμάται ότι θα κυμαίνεται από 2,2% έως 2,8% του ΑΕΠ.

«Δεν χρειάζονται ούτε υπέρμετροι ενθουσιασμοί, ούτε απογοήτευση» δηλώνει στο Sputnik ο κ. Νίκας, παρατηρώντας ότι «απλώς έχουμε χτυπήσει πάτο και έχουμε αναπηδήσει λιγάκι προς τα πάνω». «Δηλαδή δεν έχουμε δει ακόμη το φως του ήλιου, αλλά έχουν αρχίσει να φαίνονται οι ακτίνες του».

Και ο λόγος; «Όχι επειδή έχουν εφαρμοστεί πράγματα από πλευρά Ελλάδας, τα οποία έχουν αντιστρέψει την κατάσταση, αλλά επειδή ήρθε το πλήρωμα του χρόνου. Δεν μπορείς να έχεις ύφεση για τόσο μεγάλο χρονικό διάστημα».

Συγκρατημένα αισιόδοξος εμφανίζεται και ο κ. Τσιώνας, ο οποίος υποστηρίζει ότι «η κατάσταση της χώρας είναι μεν βελτιωμένη», χωρίς δε κάτι τέτοιο να αντικατοπτρίζεται σε πλήρη βαθμό στους δείκτες του οικονομικού κλίματος και στις προσδοκίες των επενδυτών.

Δεν παραλείπει, μάλιστα, να αναγνωρίσει ότι παρά τη βελτίωση, δεν προκύπτουν «σημαντικές διαφορές» όσον αφορά το εισόδημα και την «τσέπη» των εργαζόμενων. Κι αυτό, διότι για να υπάρξει κάτι τέτοιο, θα πρέπει να προηγηθεί «αλλαγή του μίγματος της πολιτικής και αλλαγή της δομής της φορολογίας».

Στο ίδιο πλαίσιο, προειδοποιεί ότι η όποια ανάπτυξη επιτευχθεί, δεν αναμένεται να είναι ομοιόμορφη σ’ όλους τους τομείς.

«Η εμπειρία έχει δείξει ότι στην Ελλάδα ο ρυθμός ανάπτυξης εξαρτάται κατά 90% από την κατανάλωση, η οποία είναι δύσκολο να αυξηθεί βραχυπρόθεσμα χωρίς εκτεταμένες αλλαγές στη φορολογία και το μίγμα πολιτικής»

Η διαφορά με την Τουρκία και η βάση του… 5

Την ίδια ώρα, ο κ. Νίκας, κληθείς να σχολιάσει περαιτέρω τις οικονομικές επιδόσεις του 2019, εμφανίζεται οριακά αισιόδοξος, θεωρώντας ότι «αν ήταν να βάλω έναν βαθμό, θα έβαζα 5». «Περνάμε τη βάση, αλλά δεν έχουμε θριαμβεύσει»

Και εξηγεί: «Οι ενδείξεις δείχνουν να βελτιώνονται, ενώ βαθμιαία και δύσκολα ανακτούμε την αξιοπιστία μας. Υπάρχουν, παράλληλα, δεδομένα προβλήματα που πρέπει να αντιμετωπιστούν, όπως η εξακολουθητικά υψηλή ανεργία και το γεγονός ότι δεν έχουν ανακάμψει οι επενδύσεις στο βαθμό που χρειάζεται η οικονομία».

Ένα ακόμη στοιχείο, το οποίο δεν επιτρέπει στον κ. Νίκα να εκφράσει την αισιοδοξία του έγκειται και στο πολιτικό προσωπικό της χώρας.

«Το ίδιο πολιτικό προσωπικό, εν πολλοίς, που μας έφερε σ’ αυτή την κατάσταση, το ίδιο πολιτικό προσωπικό εξακολουθεί να υπάρχει και τώρα. Δεν έχει γίνει μία εκ βάθρων αλλαγή».

Κάτι, το οποίο έγινε στην Τουρκία, όταν προσέφυγε στο Διεθνές Νομισματικό Ταμείο (ΔΝΤ) στις αρχές της δεκαετίας του ’00.

«Όλα τα κόμματα που υπήρχαν τότε στο τουρκικό Κοινοβούλιο, αυτή τη στιγμή δεν υπάρχουν. Κάτι τέτοιο δεν έγινε στην Ελλάδα. Υπάρχουν δυνάμεις και πολιτικοί που βρίσκονται εγκλωβισμένοι σ΄ έναν στείρο κρατισμό. Αυτή η στενή σχέση μεταξύ της ευημερίας μας και της λειτουργίας του κράτους πρέπει να πάψει».

Οι προσδοκίες για το 2020

Ένα από τα «κλειδιά» για την οικονομική επιτυχία του 2020 συνίσταται στους στόχους για τα πρωτογενή πλεονάσματα. Από το 2018 και έως το 2022, η εκάστοτε ελληνική κυβέρνηση καλείται συνεχώς να επιτυγχάνει πλεονάσματα, ύψους 3,5% του ΑΕΠ.

Το υπουργείο Οικονομικών έχει ξεκαθαρίσει ότι εντός του 2020 θα «ανοίξει» τη συζήτηση για ενδεχόμενη μείωση αυτών των στόχων, προκειμένου να απελευθερωθούν πόροι, οι οποίοι θα διοχετευτούν στην ανάπτυξη.

«Αν πετύχουν το 3,5% να κατεβεί στο 2,5% θα δημιουργηθεί ζωτικός χώρος και θα υπάρξουν βαθμοί ελευθερίας. Γιατί σε μια οικονομία που έχει χάσει το ¼ του ΑΕΠ, χρειάζονται ρυθμοί ανάπτυξης 3% και 4%» εξηγεί ο κ. Νίκας.

Κι όλα αυτά, όπως διευκρινίζει, «με την ελπίδα να φθάσουμε στα επίπεδα του 2007 το… 2030». Δηλαδή, σε δέκα χρόνια το ΑΕΠ να διαμορφωθεί στα επίπεδα που βρισκόταν πριν από 13 χρόνια.

«Αν η κυβέρνηση πείσει τους Ευρωπαίους - μέσω της αξιοπιστίας, της ανάπτυξης και των προσεκτικών κινήσεων - το 2020 θα είναι μία πολύ καλύτερη χρονιά από το 2019 και μπορεί να αποτελέσει μια στέρεη βάση για τα επόμενα έτη»

«Δεν μπορούν να υπάρξουν γενναίες φοροελαφρύνσεις»

Στην περίπτωση, ωστόσο, κατά την οποία τα πρωτογενή πλεονάσματα διατηρηθούν σε υψηλά επίπεδα, ο πήχης για μελλοντικές φορο-ελαφρύνσεις θα πρέπει να κατέβει αρκετά, καθώς ο διαθέσιμος χώρος θα είναι περιορισμένος.

Στο ίδιο μήκος κύματος κινείται και ο επίκουρος καθηγητής στο Οικονομικό Πανεπιστήμιο Αθηνών, Σπύρος Παγκράτης, ο οποίος προειδοποιεί για τις επιπτώσεις των υψηλών πρωτογενών πλεονασμάτων.

«Η εμμονή στα υψηλά πρωτογενή πλεονάσματα καλλιεργεί τις συνθήκες για τη δημιουργία οικονομικής ασφυξίας, η οποία θα απαρτίζεται από υψηλή φορολογία και σχετικά χαμηλούς ρυθμούς ανάπτυξης».

Κάτι τέτοιο, φυσικά, επιβεβαιώνεται και από τους – έως τώρα – ρυθμούς ανάπτυξης, οι οποίοι αποδεικνύονται κατώτεροι του αναμενομένου.

Άλλωστε, όπως υπενθυμίζει ο κ. Παγκράτης, η Ελλάδα στερείται τη δυνατότητας άσκησης ανεξάρτητης δημοσιονομικής πολιτικής, καθώς οι στόχοι του προϋπολογισμού προκαθορίζονται από τους Ευρωπαίους δανειστές.

Συμπληρωματικά αλλά όχι αντιθετικά, ο κ. Τσιώνας προσδίδει ιδιαίτερη σημασία, όχι στο ύψος των πλεονασμάτων, αλλά στο ύψος των επενδύσεων. «Οι οικονομικές εξελίξεις για το 2020 και τα επόμενα έτη, θα εξαρτηθούν σε σημαντικό βαθμό από το ύψος αλλά και το είδος των επενδύσεων που θα γίνουν».

«Αυτό σημαίνει ότι η Ελλάδα θα πρέπει να βρει τη θέση της στον παγκόσμιο καταμερισμό εργασίες, όπως αυτός θα διαμορφωθεί στις επόμενες δεκαετίες, πράγμα το οποίο σηματοδοτεί ότι θα πρέπει να βρει τη θέση της και στον γεωπολιτικό χάρτη» καταλήγει ο έγκριτος αναλυτής.

Tags:
Πρωτογενές πλεόνασμα, Πλεόνασμα, Ελλάδα, Ανάπτυξη, παγκόσμια οικονομία, ελληνική οικονομία, οικονομολόγοι, οικονομία
ΠΡΟΤΥΠΑ ΚΟΙΝΟΤΗΤΑΣΣΥΖΗΤΗΣΗ
ΣΧΟΛΙΑΣΜΟΣ ΜΕΣΩ SPUTNIKΣΧΟΛΙΑΣΜΟΣ ΜΕΣΩ FACEBOOK